ΑΛΛΕΣ ΜΟΥ ΣΕΛΙΔΕΣ
Κυριακή, 1 Αυγούστου 2010
Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010
Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010
Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010
Κυριακή, 23 Μαΐου 2010
Κυριακή, 16 Μαΐου 2010
Κυριακή, 9 Μαΐου 2010
Κυριακή, 2 Μαΐου 2010
Κυριακή, 18 Απριλίου 2010
Δευτέρα, 5 Απριλίου 2010
Σάββατο, 3 Απριλίου 2010
Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010
Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010
Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010
Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010
Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009
Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009
Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009
Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009
ελευ...ΘΕΡΙΑ...
πότε κλαίγοντας για κείνα που ξεχνάμε
πότε λησμονώντας για τι ακριβώς κλάψαμε
γυμνοί από λόγια που δεν θα ξαναπούμε
ήσυχοι πάμε, πράοι
κι ανυποψίαστα ά λ λ ο ι ....
Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009
της θύμησης μέθη...
Της θύμησης πέλαγο εσύ
που ακούς το βυθό και σωπαίνεις
που ρωτάς του Οδυσσέα το νησί
τι είναι νόστος και τι όταν πηγαίνεις
ποια σχεδία βυθού να ανεβώ
στα βαθιά της ψυχής να σε βρω;
Σε ποια ακτή περιμένεις;
Και ποιο κοχύλι ανοίγεις και βγαίνεις
απ’ τη μνήμη μου μέθη;
Κι από εκεί που έπλεε μόνο το "ζω"
πως στα δίχτυα σου πάλι ευρέθη;
και σπαρταράτε στη μνήμη κι οι δυό;
Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009
Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009
Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009
Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009
Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009
Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009
Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009
Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009
Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009
Κυριακή, 31 Μαΐου 2009
αυτό...
Αυτό που ποτέ δεν κατάλαβα
με ξυπνάει κάθε νύχτα και λέει:
"όσα έστειλες ποτέ μου δε τα ‘λαβα
και όσα μου ξόφλησες γίνανε χρέη"...
αυτό που ποτέ δεν κατάλαβα
με πλησιάζει τη μέρα και κλαίει
γλύφει τα μέσα μου χείλη
κι αυτά που μετάλαβα
αρπάζει φωτιά και με καίει...
ίσως αυτό που ποτέ δεν κατάλαβα
να ήταν και η μόνη αλήθεια
για ένα τσιγάρο που στα όνειρα
απ’ τη μέσα μου μάνα το άναβα
μα όταν ξυπνούσα
το πατούσα και το ‘σβηνα
μη το μάθει
η έξω η μάνα μου
και η θειά μου η συνήθεια…
Παρασκευή, 1 Μαΐου 2009
Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009
Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009
νόμων ανομήματα
Οι θεοί της μοναξιάς
αιώνες τώρα
ξυπνάνε τη νύχτα
κοιμούνται τη μέρα
κι όταν σβήνει το φως
γράφουν νόμους
σε ένα άγαλμα δίπλα.
Nόμους
που κανένας της μέρας θεός
δεν μπορεί να αλλάξει
γιατί τους έχουνε φτιάξει
την πρώτη του σύμπαντος νύχτα…
νόμος πρώτος:
«στη μοναξιά να φέγγει
πιο πολύ το φεγγάρι
γιατί όταν είναι εκείνο στη χάση
θα φέγγει η μοναξιά πιο πολύ»
νόμος δεύτερος:
«τη μοναξιά
δεν μπορεί κανείς να διατάξει
μα μπορεί μοναχή να χαθεί
αν ο τρίτος ο νόμος προστάξει»
τρίτος νόμος:
«δεν έχει ακόμα υπάρξει»
γιατί την πρώτη του σύμπαντος νύχτα
της μοναξιάς οι θεοί
για να έχουνε θέση στο άγαλμα δίπλα
κάποιο άγαλμα άλλο
στην άβυσσο είχαν πετάξει.
Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009
Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2009
εκκρεμώ...
Εκκρεμώ μεταξύ δυο ονείρων
ενός που μόλις το είδα εχάθη
και ενός που δεν είδα ακόμα
εκκρεμώ προς τα πάθη
και με ψυχή και με σώμα
μα εκκρεμώ και προς τα άλλα
που εκκρεμώντας ποτέ δεν τα ζεις
μα που αρκεί να έχεις πιεί μια στάλα
και απ’ τη δίψα στο πιόμα
μια ζωή να εκκρεμείς…
…εκκρεμώ
στα μικρά της ψυχής
τα μεγάλα.
Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2009
οι ψεύτρες οι σιωπές...
Να με γκρεμίζαν οι σιωπές
να χύνονταν το πέλαγο
που είχα να ταξιδέψεις
και να έβγαζαν τα κύματα
στις έρημες ακτές
ναυάγια τις σκέψεις…
να ξέβραζε το σώμα μου
όσα η ψυχή σιωπά
και ένα γράμμα μου παλιό
του ονείρου ρυμουλκό
να έσωνε απ’ το ανείπωτο
μισοπνιγμένες λέξεις…
μα οι σιωπές με γέλασαν
κι όλο σαλεύουν μέσα μου
βύθιες επισκέψεις
αφήνοντας το ανείπωτο
για πάντα ναυαγό
και στην ακτή μπροστά
σαν θάλασσα την ερημιά
να μπεις να ταξιδέψεις.
Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2008
ΕΝΑ ΑΣΤΡΟ ΜΕ ΑΡΩΜΑ ΡΟΔΟΥ...
δεν γνωρίζω ποιος φτιάχνει το φως
μα ξέρω πόσο διψάει για φως
η ψυχή σου...
κλείσε τα μάτια
και κοίτα εντός σου
στου ουρανού τη μεριά...

είναι από ώρα που λάμπει
ένα αστέρι
με άρωμα ρόδου
και αγγέλου θωριά...
έχε το πάντα μαζί σου
Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2008
κάθε που "θάλασσα" λέω...
Κάθε που «θάλασσα» λέω
ένα καράβι κορμί με βυθίζει
κι ένα κουπί στην ψυχή φευγαλέο
κωπηλατεί κι όλο το πέλαγο βρίζει…
ποτέ δεν βρήκα καπετάνιο γενναίο
μα ούτε ναύτη από καιρό να γνωρίζει
παλιά η ψυχή, το πέλαγο νέο
σπάει το κουπί και η δίνη με ορίζει…
Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008
το κλειδί...
ποιο χέρι να γυρίζει το κλειδί
και το απέραντο του χρόνου ξεκλειδώνει
και μπαίνει στη ζωή μας η στιγμή
σαν πεταλούδα που γυρεύει της αβύσσου το τριζόνι
αφήνοντας την πόρτα πάντα ανοιχτή
σε ένα φτερούγισμα που πίσω δεν μπορεί να ‘ρθει
μα σε όλη την άβυσσο τον ήχο μεγαλώνει …
Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008
η χαίνουσα της γης γαλήνη
Απόμακρη του σύμπαντος ηχώ
και χαίνουσα της γης γαλήνη
θεοί που κάματε ψυχή για ουρανό
και σάρκα για πηλού καμίνι
φύση που πάντα ήθελες για λίγο και μισό
ό,τι ακέραιο σου γύρευε να μείνει
θνητών μυαλά που δέσατε στον ίδιο τον τροχό
όσα μισά τα κόβει η οδύνη
σε ένα πέρασμα ρηχό
με όσα τα ραίνει της ζωής η κρήνη.
Μοίρες εσείς
τον κόσμο που αφήσατε να γίνει
θαρρείτε πως σας τον χρωστώ;
Χρωστάω μόνο όσα δίνει
ο δρόμος πλάι στον γκρεμό
κι όσα στην άκρη του αφήνει
πότε η ασίγαστη ηχώ
και πότε μια ψιχάλα από την κρήνη.
Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2008
Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008
ζυγός που όλο κλέβει ο χρόνος
Χρυσός που όλο ακριβαίνει η χαρά
και ζυγός που όλο κλέβει ο χρόνος
το ένα τάσι σηκώνουν φτερά
το άλλο το βυθίζει ο πόνος
για όσα κλέβει η στιγμή που περνά
καθώς ζυγίζει ότι δεν είμαστε πιά
όσα πίσω η ζωή ποτέ δεν γυρνά.
Λες και ο χρόνος επίτηδες μόνος πετά
για να ζυγίζει διπλά στο τάσι του ο πόνος.
Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008
ΑΥΤΟΧΕΙΡΙΕΣ ΑΓΓΕΛΩΝ
Να μπορούσε το δείλι
- μου είχες πει μια φορά
πριν περάσω την άγια του πύλη
να μου πάρει τα δυο μου φτερά
να βυθίσω για λίγο το σώμα
στου πελάου τα κρύα νερά
και θυμάμαι ακόμα
που είχε βάλει στο πέλαγο αέρα
και μια βάρκα χανόταν μακριά
παίρνοντας μαζί της τη μέρα…
… μόλις άρχισε κι άλλο ένα δείλι
στο γιαλό τι γλυκά που φυσάει
μα έχει κλείσει για πάντα η πύλη
και η βάρκα πάλι τη μέρα τραβάει
μα με πανιά δυο φτερά
κι εκεί στο βυθό μια σκιά κολυμπάει
με δυο τραύματα πύλης στον ώμο ανοιχτά.
Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008
τι να βλέπει η βροχή;
Σαν ψυχή η βροχή που κυλάει στο τζάμι
που σαλεύει και κλαίει και πότε πότε γελά
για ότι ζει εκεί μέσα σα να ζει σε θαλάμη
και θολώνει το τζάμι να μη το βλέπει καλά…
πως αλλάζει μορφή η βροχή
στη ζωή μας σαν στάζει
σαν υγρή παγωμένη ψυχή
τι κοιτά στο γυαλί και τρομάζει;
εκεί στη σκάλα που κανείς δεν περνά
ποια να κοιτάζει αόρατα ίχνη
κι όλο χαϊδεύουν σκαλοπάτια γυμνά
οι υγρές οι ματιές που τους ρίχνει;
τι να βλέπει που κανείς δεν γνωρίζει
κι από τοίχο σε τοίχο ποια σκιά να ζητά
και τόσα δάκρυα σε ποιόν τα χαρίζει
που βρέχει από ώρα με αναφιλητά;
Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2008
στο πλάσμα εντός μου...
σε ποιο άγνωστο εντός μου νησί
κατοικείς
και για όσα δεν είπαν ποτέ οιωνοί
σε ακούω με σειρήνας φωνή
να καλείς;
Γιατί τρέμει η γη των ηπείρων;
Σε ποια φυλή πατάς ονείρων
να βγεις;
Κρυμμένο μέσα μου πλάσμα ποιών θεών εντολές
εκτελείς;
που όλο λες
«μοναχά αν με δεις θα σωθείς»;
Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2008
παραπεταμένα λυχνάρια αγοράζω...
Παραπεταμένα λυχνάρια αγοράζω
ένα πνεύμα ξεχασμένο ίσως βρω
τις τρεις ευχές να ζητά μα εγώ να κοιτάζω
στα μαγικά του τα μάτια τον χαμένο καιρό…
ένα πνεύμα,
να το λένε Αντώνη, Βαγγέλη ή Νικόλα
να μη μου μιλά μα να ακούγονται όλα
των ονείρων η πόλη με τα φώτα σβηστά
οι μεγάλες αγάπες με δυο χείλη κλειστά…
να του λέω Αντώνη μη κοιτάς το φεγγάρι
να του λέω Βαγγέλη να κοιτάς πιο κοντά
να του λέω Νικόλα πόση φόρα είχες πάρει
και μας πήγες τις ζωές τόσες ζωές μακριά;
η μαργαρίτα εκείνη που μαδούσαμε Αντώνη
δεν ήταν λουλούδι, ήταν η δική μας κοπέλα
ήταν η μαγική μας η πόλη Βαγγέλη που λιώνει
ήταν ο χρόνος Νικόλα που μας έλεγε έλα…
και τώρα φύγε Αντώνη, κρύψου Βαγγέλη
χάσου κι εσύ ρε Νικόλα
πως γίνατε όλα τα λυχνάρια μια αγέλη;
Άδεια λυχνάρια πως γίνανε όλα;
Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008
Η ΠΙΝΑΚΙΔΑ ΠΟΥ ΕΚΡΥΒΑΝ ΚΑΤΙ ΞΕΡΟΛΙΘΙΕΣ...
Είδα αμέτρητες φορές που κύλαγε ο τροχός
και άλλες που ταξίδευε μονάχο του το δάκρυ
είδα στην άμπωτη να αδειάζει ο γιαλός
και να ραγίζει ο βυθός απ’ άκρη σ’ άκρη.
Είδα τις μέλισσες να αφήνουν το κεντρί
και να πονούν που έδωσαν σε άλλον το φαρμάκι.
Είδα πως καίει η φλόγα το δεντρί
είδα πως γίνονται τα ανθρώπινα τα ράκη…
Είδα να σφίγγονται τα χάδια σε γροθιές
είδα η αγάπη να μισεί ότι αγαπούσε χθες...
δεν είδα καθώς πέρναγα σ’ εκείνες τις στροφές
μια πινακίδα που έκρυβαν κάτι ξερολιθιές
που έγραφε « μονόδρομος, τελειώσανε οι ευχές
είμαι ο μόνος δρόμος σου με θέλεις δε με θες».
Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008
Σάββατο, 23 Αυγούστου 2008
στην πλευρά της βάρκας που γράφει ένα: "μη"...
Ο αιώνιος χρόνος η στιγμή που κυλά
η στιγμή που μας φέρνει
από μέρη που η ψυχή σαν θεός τα φυλά.
Μια αιώρα ο χρόνος που ότι δίνει το παίρνει
για να το φέρει αν αξίζει ξανά.
Έτσι ανοίγεται ο ανθρώπινος δρόμος
με ότι βαθιά από μέσα περνά
με ότι μας παίρνει και μας πάει μακριά…
Μια βαρκούλα του χρόνου η στιγμή
που απ’ τη μια μεριά γράφει «έλα μπες»
και στην άλλη γραμμένο έχει ένα «μη»
έτσι ορίζει τι μένει και τι το περνάει στο χθες…
Η στιγμή στο βασίλειο του χρόνου ο νόμος
μα γυρνώντας αλλάζει και λέει κάποτε: «κι όμως
ό,τι αξίζει με ορίζει και το αφήνω να ζει».
Η αγάπη που δίνεις είναι η αιώνια στιγμή
δεν την παίρνει ο χρόνος
αυτή είναι του νόμου το «όμως…»
αυτή έχει γράψει στη βάρκα το «μη».
Κυριακή, 27 Ιουλίου 2008
Σάββατο, 19 Ιουλίου 2008
η χαμένη του "πάντα" στιγμή...
Κάποιος με ρώτησε κάποτε «από πού πάνε στην άβυσσο;» «δεν ξέρω» του απάντησα «κι εγώ έχω χαθεί». Κάποιος με προσπέρασε κάποτε χαμογελώντας στο άγνωστο. Τάχυνα και προσπέρασα κι εγώ κι ένα με το άγνωστο είχα γενεί.
Κάποιος με ρώτησε κάποτε
«πως γυρνάνε απ’ την άβυσσο;»
«δεν γύρισα ποτέ» του αποκρίθηκα
«ρώτα κάποιον άλλον που να έχει σωθεί.»
Κάτι με αγκάλιασε κάποτε
«θα σε θέλω πάντα» μου είπε και χάθηκε…
Αυτή τη φορά δεν προσπέρασα
κι έμεινα εκεί, αγκαλιά με το «πάντα»
κι ας μη ξέρει εκείνο που χάθηκε
πως μπορεί κάθε χαμένη στιγμή
ενός «πάντα»
να έχει με μια ολόκληρη
χαμένη ζωή πληρωθεί.
Κυριακή, 13 Ιουλίου 2008
εδώ, έλεγα πάντα να φυτέψω ένα δέντρο...
Εδώ, έλεγα πάντα να φυτέψω ένα δέντρο.
Γερό, ψηλό, με εξωτικό καρπό.
Μαθεύτηκε.
Ήρθαν πουλιά, χτίσαν φωλιές
πάνω στα όμορφα κλαδιά που θα πετούσε.
Ήρθαν παιδιά, κρεμάσανε σκοινιά
αιωρούνται στο κενό.
Ήρθαν μανάδες, με στάμνες μεγάλες
το ποτίσαν.
Οι άντρες, πάντα ξυλοκόποι, το πελέκησαν
φτιάξαν σκαριά, καράβια, σπίτια...
Και μοναχά ο άνεμος περνώντας απορούσε
για ό,τι χρόνια θρόιζε, για ό,τι λύγιζε καθώς φυσούσε
εδώ, που πάντα έλεγα ένα δέντρο να φυτέψω
μα που αλίμονο, δε βρήκα ποτέ μου τον καιρό.
Σάββατο, 5 Ιουλίου 2008
ατραπός το ανθρώπινο "έλα"…

Έχτισα ένα βουνό στη μέση της πόλης και στην κορφή μια φωλιά
που στα σύννεφα εχάθη
ξεριζώνω καημούς και χαράζω πορεία στα πουλιά
μια πορεία που κανείς δε θα μάθει...
στην κορφή του βουνού
το θηρίο το ημέρεψα σε μια μάχη σώμα με σώμα
μα με νίκησε βλέμμα το βλέμμα…
εκεί στα ίχνη και των δυο μας το αίμα
όσα ζητούσε να δει έχουν αφήσει σε εκείνα που είδα
γκρεμισμένη στο χώμα του ουρανού μια κηλίδα…
νικημένοι κι οι δυο στην κορφή του βουνού
ημερώνουμε ο ένας του άλλου το "έλα"...
στην πλαγιά γλιστερά σκοτεινά μονοπάτια
μα φωτίζουν τα μάτια
του ημερωμένου θεριού.
Στις πλαγιές κάθε αλύτρωτου νου
ατραπός το ανθρώπινο έλα…
Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008
κάτι παλιές για αγορά ονείρων υποθήκες...
Ποια πόρτα άνοιξες στη μνήμη μου και μπήκες
πάνω που η λήθη πλήρωνε όλα τα χρέη μόνη;
και αναρριχήθηκε σε μια ριπή φωτός η σκόνη
από κάτι παλιές για αγορά ονείρων υποθήκες…
Με τίνος σώμα ψάχνοντας τις θύμησες μου βρήκες
ποιο πρόσωπο φοράς; ποια χέρια;
Και πως μου λες πως από χρόνια εδώ ανήκες
και ψάχνεις σε όλα τα παλιά μου τα τεφτέρια
λογαριασμούς που έχουν κλείσει από καιρό
κι εκεί που έλεγα πως μου σβηστήκανε τα χρέη
μου λες: «οφείλεις όνειρα και αγάπη ένα σωρό
η οφειλή που άφησες για πάντα θα σε καίει»…
Άσε τη μνήμη, τράβηξε ξοπίσω σου την πόρτα
ιδανικά και έρωτες τα έχω διπλά πληρώσει
σε μνήμες άλλων πήγαινε τη λήθη τους και ρώτα
με πόση μνήμη θάνατο τα έχω ξεχρεώσει.
Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2008
Άλογα λόγια...
Άλογα λόγια διάλεξαν να καβαλάνε οι λύπες
και μπαίνουν σαν φαντάσματα στα βάθη του μυαλού
μα όλο γλιστράνε στις πλαγιές όσων παλιά μου είπες
και πέφτουνε γκρεμίζοντας κάθε μου εδώ αλλού…
εκεί που πάντα αχόρταγοι φτεροκοπάνε οι γύπες
εκεί που όλα σβήνουνε στο φως του δειλινού
κι ανοίγουνε στα σωθικά χίλιοι τερμίτες τρύπες
για να τρυπώνουν τα έγκατα του πόνου μες στο νου…
Άλογα λόγια που αντηχούν φαντάσματα του χθες
ήχοι νεκροί κι αντίλαλοι από σβησμένα χείλη
που σε ρωτούν ότι ήθελες και πάλι αν το θες
και αν αίφνης θα γινόσουνα του άλατος μια στήλη
στρέφοντας με τις στάχτες σου σε εκείνη τη φωτιά
που σου έκαψε τα όνειρα, τα ιδανικά, τη γη
κι όταν φουντώνει σου σκορπά τη στάχτη η καπνιά
κι ανατριχιάζεις σαν ακούς και πάλι την κραυγή
απ’ τα καμένα όνειρα, τους ρημαγμένους κήπους
κραυγή καθώς γκρεμίζουνε τα όνειρα τους ίππους
που όλο γυρίζουν μέσα σου και πέφτουν στα γκρεμνά
όπου έσκαβαν οράματα οι οπλές του πουθενά.

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2008
το μάτισμα...
Ψάχνω για μια ραγισματιά
που αρχίζει από το όνειρο
κατηφορίζει τα ιδανικά
και χάνεται στα πάθη…
Δεν ξέρω τι έχω πάθει
ξαναγυρίζω μέσα μου
τη βρίσκω εκεί στα βάθη
την δένω ξανακόβεται
γκρεμίζομαι στα λάθη…
Λες και ματίζω ένα γκρεμό
με τη σκιά ενός αητού
που επέταξε και εχάθη…
Μισή ζωή που κρέμεται
σε ραγισμένα πάθη
και άλλη μισή που δένεται
με όσα δε λέει να μάθει.



