Κυριακή, 27 Απριλίου 2008

χωρίς γράμμα πια σου γράφω...


Σου γράφω πάλι. Ακοίμητος. Άυπνος
Άγνωστες λέξεις με κατακλύζουν καθώς όλο το σύμπαν μιλάει μέσα μου για σένα.
Κι ούτε ξέρω που να το στείλω έτσι αλύτρωτο τούτο το γράμμα… Φανέρωσε μου τον τόπο…
Όσες γνωστές λέξεις ήξερα μου τις πήρε το ανεπίδοτο στα προηγούμενα γράμματα. Τι ωφελεί το χαρτί πια;
Τι ωφελεί το ευανάγνωστο στο μη ιδωμένο;
Τι ωφελεί η γραμματική στο αναλφάβητο «δεν μπορώ να σε δω, να σε έχω»;
Μου εξαντλήθηκε ο γνωστός λόγος. Τόσα «που είσαι;» τόσα «πως μπορείς μακριά;» τόσα «φανερώσου»…
Περίεργο δεν είναι; Εδώ είναι τρεις το πρωί κι ούτε που ξέρω εκεί τι ώρα σου λέει ο χρόνος πως είναι για μένα.
Τι σημασία έχει θα μου πεις πότε και πως σου απαντά η απουσία;
Ο χρόνος πάντα μετρά στα συνήθη λεπτά. Τόσα του ύπνου , τόσα του ξύπνου, τόσα του με τα μάτια ορθάνοιχτα, τόσα του απεγνωσμένου…
Στο τελευταίο γράμμα σου είχα πει πως συνήθισα πια να μη κοιμάμαι. Το νεότερο είναι ότι απ’ το φόβο μη περάσεις σε ένα κλείσιμο των ματιών και χαθείς αφαίρεσα τα βλέφαρα μου.
Μα τι να τα κάνει κανείς τα βλέφαρα μες στα πηχτά σκοτάδια; Τι να τα κάνει και τόσα όνειρα κλειστά; Ποιος θάρθει πια να μου τα πάρει; Τώρα δακρύζω θέλω δε θέλω και θολώνουν οι σκέψεις.
Ναι, να ξέρεις πως δε φταίει η θάλασσα των αποστάσεων αν οι λέξεις έχουν κάπως μουλιάσει. Και στεγνά καθαρά ολοστρόγγυλα όσα είχαν γραφτεί δεν υπάρχει κανένας μπροστά τους εκεί να τα διαβάσει…
Ναι τώρα σε άγνωστη γλώσσα σου μιλώ και γράφω.
Θα απορείς πως χώρεσαν τόσες άγνωστες λέξεις στο αδιαχώρητο ξανά και ξανά και ξανά ειπωμένο; Μα τι αξία έχει πια ο άνευ παραλήπτη σωστά αρθρωμένος ανθρώπινος λόγος θα σου απαντούσα εγώ. Και τα όσα ευανάγνωστα σου έχω γράψει όσα θέλαν να σου πουν θα έχουν πια γεράσει.
Θυμάσαι το δάσος που πάντα σου έλεγα να περπατήσουμε όταν θα ‘ρθεις εκεί;
Κάποιοι το έχουνε κάψει. Θες ένα καμένο κλαδί απ’ τα χιλιάδες «που είσαι;» Ένα φύλο που φύλαγα σαν θάλεγες το πρώτο «γεια σου, ήρθα»… Είναι κίτρινο γιατί οι ελπίδες φύλο το φύλο έτσι γερνάνε, κιτρινίζοντας. Παίρνουν το χρώμα πάντα χρυσών νομισμάτων κάτω από τα δέντρα ίσως για ξεπληρώσουν έτσι τα πανάκριβα παλιά θροϊσματα τους…
Μα και το πρόσωπο σου εντός μου είναι πια πιο ωχρό. Έχουν ασπρίσει και τα μαλλιά σου… τώρα πια δεν ξέρω αν θροϊζουν αυτά η στάχτη όταν το φύλλο ονειρεύεται λευκά και γκρίζα όνειρα στα εντός κλαδιά και εσύ στρέφεις το κεφάλι προς το καμένο δάσος…
Το όνομα σου σε όλα τα γράμματα μου έχει σβηστεί…Γι αυτό γράφω ονόματα που δεν έχουν ποτέ ακουστεί για να μη ξέρει πως σε λένε ο χρόνος. Κάποτε σε λέω ανέγγιχτη ρίζα , άλλοτε λευκό μου έλα και άλλοτε το πιο μαύρο κομμάτι στο καμένο δάσος
Ο ταχυδρόμος λέω θα έχει πολύ οργιστεί μαζί μου και ίσως τα γράμματα να τάχει πετάξει।
Μα το πρόσωπο σου πάντα εκεί. Αλλαγμένο απ’ τα χρόνια και χλωμό απ’ τη στιγμή που βαθιά μου το είχα χαράξει.
Πότε κλαις εκεί μακριά και πότε νομίζω πως λες «κι αυτό θα περάσει».
Τότε κι εγώ κάθομαι εκεί μπροστά στο κίτρινο φύλλο και μιμούμενος εσένα του λέω σε μια άγνωστη γλώσσα «γεια σου ή ρ θ α»… Μα και το κίτρινο του έχει τόπους τόπους γεράσει. Δεν με ακούει καλά τελευταία.
Και πια δεν τρέμω για σένα μα για το άρρωστο κίτρινο φύλλο.
Μη φυσήξει απ’ το «γεια» δυνατά και χαθεί σαν και σένα στο καμένο δάσος.
Ή μη πνιγεί απ’ τα φιλιά και μου πεθάνει στα χείλια…

 
Site Meter