και ίσως να λείπει ένα στεφάνι ολόγιομο από λύπη να το φοράνε στα σκοτάδια όσοι στις χαραμάδες γλύφουν φως και ξύνουν ξεραμένα χάδια να βρουν τι ήταν εαυτός.
Από εκεί που κάθε φορά φτάνουμε μέχρι ότι υπολείπεται ακόμα να χαθεί μένει εκείνο που κρατούμε σε ότι αγγίζουμε θα παίζουνε αιώνια κρυφτό όσα δεν βρήκαμε με όσα ψάχνουμε να βρούμε.
Τρίτη 11 Μαρτίου 2008
Θα ανοίξω ένα μονοπάτι ως κάτω στη θάλασσα να το κατέβω Κυριακή ξυπόλητος φορώντας τα καλά μου για να παντρευτώ τα ίχνη σου στην άμμο και ίσως ότι γεννηθεί να έχει του φλοίσβου το αιώνιο κλάμα την κραυγή ενός γλάρου που βουτά να βυζάξει το κύμα του ορίζοντα τα άδολα χέρια και για σώμα την αύρα που χαϊδεύει σαν ψυχές τα καράβια που περνούν σιωπηλά απ’ το ίδιο το κύμα σπρωγμένα που όλο σβήνει στην άμμο τα χνάρια.
Αν όσο ζεις ψάχνεις το ένα στο τέλος δεν θα βρεις κανένα γιατί κι αν πεις «βρήκα εμένα» καθρέφτης θάναι τα χαμένα.
Τη μισή σου αλφάβητο την έμαθα συλλαβίζοντας τα δάκρυα στα μάγουλά σου. Την άλλη μισή δεν την έμαθα ποτέ κι έτσι ακούω πράγματα μισά όταν στο πρόσωπό σου βρέχει.
Σάββατο 8 Μαρτίου 2008
ίσως αυτό που μας ξεφεύγει
να είναι και αυτό που μας ορίζει...
Δεν ξέρω αν προέρχομαι από τον παράδεισο δεν γνωρίζω αν καταλήξω στην κόλαση μα νοιώθω πως περνώ από τη γη να πιάσω κάτι άπιαστο που η γύρη του με ραίνει με ό,τι κάνει τη ψυχή αιχμάλωτη του άπιαστου να μένει.