Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008

είδωλο βγες έξω!


Έλα έξω είδωλο
σήμερα πρέπει να μείνω οπωσδήποτε μόνος
έχω κρατήσει στον καθρέφτη μονοθέσιο εξώστη
και ένα καθρέφτισμα απέναντι κενό…
νάχω μπροστά μου τον καθρέφτη αδειανό
να κάτσει απρόσωπος απέναντι για μια φορά
κι άδειος ο πόνος…
Ναι μου κατάντησες πληγή
και υποψιάζομαι
πως μου γυρνάς την πλάτη όταν φεύγω
και στων ειδώλων το κουρέα πας τον σιχαμένο
κι όλο με νέες άσπρες τρίχες μου γυρνάς
και μου λες πως πρέπει να βαφτώ πρωτότυπα κι εγώ
να μη σε πάρουν για αντίγραφο απολωλός και ξένο…
Βαρέθηκα. Το ακούς;
και πάψε να μου λες κατάμουτρα
πως θέλεις να γεράσουμε μαζί και άλλα κρύα τέτοια.
Αυτά σε αυτόν που σου έβαψε έτσι γκρίζα τα μαλλιά
σε αυτόν που έτσι γυμνό σε αφήνει μπρος μου να γυρνάς
και μαρτυράει ποιον αφρό ίδιο ξυρίσματος να παίρνεις…

Έξω είδωλο λοιπόν!
Πάρε αφρό, ξυράφια και πετσέτα
και έλα από δω…
Μόνο σαν φεύγεις
κράτα το κρύσταλλο για λίγο ανοιχτό
και άσε με στα χείλη να σε αγγίξω σαν θα βγαίνεις
θέλω να δω
εάν εκείνη η ουλή στο κάτω χείλος που χρόνια την κοιτώ
πονούσε ίδια με αυτήν που όταν κόβονταν εδώ απ' έξω με πονούσε...

...μα πριν να κλείσεις πίσω το γυαλί δώσε μου λίγο τον αφρό
και σκύψε να γράψω στο κρύο του καθρέφτη το κενό :

Πέμπτη 29 Μαΐου 2008

το άνεργο βέλος



Ονομάζομαι Απόστολος Τέλος ...

...και είμαι προγραμματισμένος να εμφανίζομαι την εποχή
που οι μηλιές γεννάνε τα καλύτερα τους μήλα…
Έχω την υψηλή αποστολή να σημαδεύω
το μήλο πάνω από το κεφάλι σας
και τη δεινή ικανότητα
να βάζω τέλος στην αγωνιώδη αναμονή των μήλων
να πεθάνουν από μια σάπια αυτοχειρία.
Συνήθως δεν βλέπω ποιος είναι από κάτω
γι αυτό και συγκρατώ μέσα μου το τόξο
και ξύνω παλιές μου πληγές με το άνεργο βέλος.
Η αλήθεια όμως είναι ότι
ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί μου έδωσαν το όνομα Τέλος
αφού δεν κατάφερα ούτε ένα μήλο να σκοτώσω
προτού μόνο του σαπίσει
ούτε έναν ολόσωμο να σώσω από κάτω
για να μου προσφέρει με το ένα του χέρι το ετοιμοθάνατο μήλο
και με το άλλο την άρνηση για κάτι σάπιο να ζούμε.
Και ίσως είμαι ο πρώτος ισόβιος τοξοβόλος
που δηλητηρίασε τον εαυτό του
ρίχνοντας όλα τα βέλη που προόριζε για τους άλλους
μέσα του.

Δευτέρα 26 Μαΐου 2008

ο ανθρώπινος αντίχειρας...


Τα εφτά θαύματα τελικά ήταν μόνο τρία
ο προπάτορας κτήνος
ο άνω θρώσκων επί πτωμάτων
και ο νυν εγγονός τους.

Αιτία ο ανθρώπινος αντίχειρας
που έμπροσθεν των άλλων δακτύλων σαν φτάσει
κάνει την αρπαγή των πάντων
οικείο τρόπο τη ζωή να περάσει…
Ενέχεται βεβαίως και το ύψος του λάρυγγα
στο επιστόμιο των σύμφωνων φωνηέντων
με την αντιλαλούσα εντόσθια σκέψη
« δικούς μου όλους σας θέλω».
Η συνήθης τροφή του μικρού κτήνους «εγώ»
το απέναντι δίποδο θήραμα «εσύ»
και η αντιστρόφως υψούμενη πείνα - ευχή
στα κελιά των προς βρώση αιχμαλώτων θηρίων
αχ να βγω
νάσαι μέσα εσύ!


Εκτροχιαστήκαμε κύριοι και κυρίες αντίχειρες του κόσμου
σε τροχιές μαϊμούδων εαυτών
συλλέκτες ασυλλέκτων σκοπών
«και στο παίρνω και δώσ’ μου»…
πολλοί οι πλανήτες επί του πλανήτη γη
και πλάνητες άλλοι τόσοι και μακραίνει η πληγή…

Στην τροχιά της αβύσσου
μετέωρες μνήμες, κομήτες σαν κρίκοι εαυτών
μιας κομμένης στο σύμπαν αλύσου
που όλο ψάλλει στα άστρα το «πάτερ ημών».

Στο πανί οι σκιές δείχνουν άνθρωπο
με άνθρωπο υπό μάλης
το ικρίωμα ντεκόρ άνισης πάλης
για όσους δεν είχαν που την κεφαλήν κλείνε…

ο «σώζων εαυτός» εμπρός όλων των άλλων
φωνάζει «αφήστε με κάτω δικός μου είμαι»
μα εκτός σκηνής ουρλιάζει «τρεχάτε»
και πατώντας τους άλλους τους λέει « με πατάτε»…

μα στο ‘πα δε στο ‘πα κτήνος παλιέ εαυτέ μου
τώρα θρώσκω προς τα άνω
και βοήθα κι εσύ Θεέ απ’ Αυτέ μου
με τα δόντια σε αγγέλου κορμί να πιαστώ, να ‘ρθω πάνω!

Τετάρτη 21 Μαΐου 2008

τι να είδες εντός μου;


Κοιτούσες τα μάτια ένα βλέμμα πιο μέσα. Και κοιτούσες όσα εγώ δεν μπορούσα. Τι να είδες εντός μου;
Εκεί μέσα πως ζω και τι κάνω;
Ακουμπούσες τα χέρια ένα χάδι πιο πάνω. Και στην αφή σου κρατούσες τα ανέγγιχτα για έναν. Πως μπορούσες;
Και πως είναι το χάδι ένα χάδι πιο πάνω;
Περπατούσες μαζί μου ένα βήμα πιο πίσω μα πατούσες ένα βήμα μπροστά μου. Πως περνούσες όταν πίσω μου ήσουν; Που πατούσες; Το ένα βήμα το πίσω δικό σου.
Τίνος το βήμα το άλλο το μπροστά το μεγάλο;
Χτες το βράδυ γυρνούσες δυο στενά παραπάνω και ρωτούσες για μένα. Πώς περνώ και τι κάνω. Μα κανείς τους δεν με είδε και κανείς τους δεν ήξερε αν υπάρχω, που μένω, τι κάνω.
Τι ρωτούσες; Αφού χίλιους τόπους
πιο πάνω
πιο μέσα
πιο πέρα
από κει που θαρρούσα ότι ζούσα
με τα μάτια, τα χέρια, την ψυχή με κρατούσες!

Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

θρήσκευμα: γεννημένος!



Γεννώνται αργά όσοι αισθανθήκαν στη μήτρα νωρίς
ανασκευάζουν εκεί που δεν τους ξέρει ακόμα κανείς
κλάμα και γέλιο μιας και μόνης ψυχής
νιώθουν τον πόνο έτσι στον κόσμο να βγεις
παίρνουν στροφή με τα μάτια κλειστά
και στο λώρο αίφνης το αίμα μαυρίζει
λάθος το δρόμο έχει δέσει ή σωστά
έξω τα φώτα ποιο φως τα ορίζει;

Το ξένο αίμα τελειώνει για πάντα
το πρώτο άκουσμα μια άγνωστη μπάντα
"να η ζωή κλάψε κλάψε έχεις βγει"
το φως που βλέπεις δεν είναι αυγή
κεριού είναι νήμα που καίει στην ψυχή
ίσως κι η μόνη αγνή προσευχή…

«σκουπίστε το αίμα δεν είναι το δικό του»
θα πει μια φωνή
"κόψτε τον άχρηστο για ζωή αφαλό του
και δέστε το λώρο για το θάνατό του…»


Ναι πάνε αργά όσοι νοιώσαν νωρίς
πως ίδιος δεν βγήκε στον κόσμο κανείς
ο λώρος τέλος, μονάχο το αίμα κυλά
και φοβούνται κι αγγίζουν άλλη σάρκα δειλά
κι ονειρεύονται πάντα πως το όνειρο χάνει
μα το όνειρο είναι μήτρα που η ζωή δεν την πιάνει
του ονείρου ο λώρος γράφει πάνω «γενναίος»
«ο θάνατος μπρος η γέννηση τέως».

Πέμπτη 15 Μαΐου 2008

αγορά πεπρωμένου...



Ξέρω κινδυνεύω ακόμα πιο ασύμφορος να σας φανώ
και αφελής επενδυτής να αποδειχτώ για μια φορά ακόμα
αγοράζοντας και άλλη θλίψη
μα σε αυτή την αγορά την έχουνε στον πάγκο έξω έξω
και πρέπει επειγόντως όσα έχω να διαθέσω .


Τα αισθήματα βλέπεις μέρα με τη μέρα χάνουν
και με τα τόσα πια άνευ αξίας μαραμένα "φευ"
μόνο με λίγα φρούδα "αχ" θα αναγκαστώ να τα ανταλλάξω…


Ναι θα αγοράσω,
έστω σε λύπη με μακρύ κοτσάνι
με ρίζα άκοπη στα μέσα μέσα δάκρια να φτάνει
αφού η χαρά η στενόφυλλη πουλιέται λίγο λίγο
και μου μαραίνεται στο αλμυρό αμέσως
γιατί είναι η ρίζα της κοντή και μου απαιτεί κι απόσταγμα νερό…


Ναι δε με μέλλει
και να επενδύσω σε πιο φρέσκια οδύνη
κάτι θα βρω στα δάκρια να μαγειρέψω
ίσως εμένα, ίσως και όση απ’ τη θύμηση έχει μείνει
ή και τα δυο
πιο γευστικός και με τους δυο κύβους ο καημός θα γίνει…


Ναι θα αγοράσω όση θλίψη ο πάγκος έχει.
Και μάλιστα από κείνη με τη γεύση μανταρίνι
με το κουκούτσι μνήμη που άλλος το τρώει κι άλλος το φτύνει
για να έχω πότε το ένα πότε το άλλο να επιλέξω…
Και άλλα τόσα σε λεμόνι
με τη φλούδα τη χοντρή ξεχωριστά ψιλοκομμένη
να συνηθίζει σιγά σιγά η γλώσσα το ξινό
απ’ το λεμόνι που το κάνουνε γλυκό
κάποιοι μου φίλοι
για να γλυκαίνουν με μεταλλαχθέν γλυκαντικό
την άγευστη καθάρια ύλη.


Α… κι ένα ματσάκι φρέσκο μαϊντανό
μήπως και πάψει επί τέλους
του παπαγάλου μου το ακόρεστο το στόμα
που όλο μου λέει και ξαναλέει:
«μην αγοράσεις από κει
μην αγοράσεις από κει…
έχει πιο κάτω λαϊκή
έχει πιο κάτω λαϊκή
που έχει ο θάνατος ανοίξει

και γράφει:
"με τη ρίζα μες στο χώμα της η θλίψη"
"και δωρεάν ο μαϊντανός για μια ζωή
στον παπαγάλο που απελπισμένο αγοραστή θα υποδείξει!"


Τρίτη 13 Μαΐου 2008

Άστρου Σαρακηνού Ναύτης!



Σαρακηνών θαμμένο καράβι
του ονείρου τα φώτα ανάβει.
Καπετάνιος ο κουρσάρος το χάδι
το περνά στα στενά μέσα του Άδη
και το βγάζει στου πελάου τα νερά…
Είναι νύχτα βαθιά παντού σκοτεινιά
μα ένα άστρο που θυμάται το ναύτη
γαντζωμένο στο πρώτο κατάρτι
πειρατής του ουρανού του σαλπάρει
και κοιτάει στα σβησμένα του χάρτη
κάποια ρότα παλιά που είχε πάρει
ξεκινώντας στα μέσα ενός Μάρτη
για να λάμψει στου ναύτη τα μάτια
κι είχε κάνει το καράβι κομμάτια!

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

ΟΛΟΤΑΧΩΣ ΨΗΛΑ!



Ποιός έχτισε στης πλώρης μου τα κύματα κολόνες
ποιός κόλλησε στην πρύμνη μου τους πόθους χαμηλά
και νόμισε αταξίδευτους θα αφήσω τους αιώνες;
Οι ναύτες στο κατάστρωμα κι ΟΛΟΤΑΧΩΣ ΨΗΛΑ!

Να σηκωθούν οι άγκυρες και όρτσα τα πανιά
οι μούτσοι ας ξεπλύνουνε αυτή τη μελανιά
που άφησε στο κατάστρωμα το χτεσινό μπουρλότο
ο Δεύτερος στη γέφυρα βάλτε γάζες στον Πρώτο
και δέστε με εκεί ψηλά στο μπροστινό κατάρτι
γιατί έχω το προαίσθημα για ένα καιρό αντάρτη
αφού κάποιες σειρήνες μου τις έφαγαν οι λύκοι
που πέρασαν το πέλαγο θαλασσινό τσιφλίκι…

Βίρα λοιπόν τις άκυρες και λύστε τα σκοινιά
κι έτσι όπως σαλπάρουμε ρίξτε μια κανονιά
χαιρετισμό στον άγριο των άφτερων ντουνιά
και αμολήστε πίσω μας με αγκίστρι στο φτερό
εκείνο το σκυλόψαρο που με ζητάει καιρό
χτυπιέται στην καρίνα μου στραβώνει την προπέλα
και βγαίνει από τα ύφαλα κι όλο μου λέει «έλα
έλα να πλέξουμε μαζί θαλασσινά τριφύλλια
γοργόνες τριαντάφυλλα ταξίδια από κοχύλια»…
τέρμα θαλασσολούλουδα και οι ψευτιές στα χείλια…

Εσύ λοστρόμε να κοιτάς με κιάλια στα ψηλά
μήπως μας λέει ψέματα κι αυτή η αστροφεγγιά
είναι του φεγγαριού το φως ή το δικό μου χνώτο
και τι έχει μες στα σύννεφα κι όλο χτυπούν με κρότο
κι εκείνος ο μεσίστιος που έρχεται καημός
νάναι απ’ το νόστο που θα ‘ρθει ή του φευγιού καπνός
και πόσο απέχει απ΄το νερό του φεγγαριού η στεριά
πουλιά είναι στα σύννεφα ή φτερωτά σκαριά
και σίγουρα αρμενίζουμε σε άστρα θαλασσών
αφήνοντας ξοπίσω μας το πέλαγο των μουσών;
Κοίτα να δεις το πέρασμα όπου περνούν οι αιώνες
εκεί που μόνα κύματα είναι οι αστρικοί μουσώνες!

Σάββατο 10 Μαΐου 2008

καλά ραμμένο το "ποιόν"...


Αλέθω καρφιά για το νέο μου στρώμα
μπαλώνω το σώμα
και το ξαπλώνω γεμάτο ραφές
ναι έτσι θα πονάνε πιο λίγο οι πληγές
και τα βράδια
θα χαϊδεύουν τα παλιά μου κακάδια
οι αλεσμένες σε σκόνη στιγμές…

όσο για το ποιόν;

με αυτό υπομένω
τη σφαγή των στιγμών
σε μια ανέγγιχτη α κ ό μ α φόδρα ραμμένο…

Πέμπτη 8 Μαΐου 2008

του ονείρου ...

Δεν υπάρχει κανείς που να μην υπάρχει και κανείς που να μη το ονειρεύεται...

Η στιγμή σαν αιώρα

σαν αιώνιο ναυάγιο

μες στο κύμα το τώρα...

Δεν μπορεί θα είχα άγιο

αφού δεν είχα πυξίδα

και χτυπά σα σε βράχο

ό,τι βρήκα και είδα

με ότι δε βρήκα για νάχω!

Τετάρτη 7 Μαΐου 2008

Σε ρυμουλκώ στα σκοτεινά....



Σε εσένα πλοηγώ τις σκέψεις.
Νύχτα αργά το φως σβηστό
δεν θέλουν φως αυτές οι επισκέψεις.
Εγώ εδώ κι απέναντι αυτό
καράβι μεταγωγικό
με άδειες καμπίνες
άδειο από λέξεις.
Δεν του μιλώ μόνο κοιτώ
να το ανεβάζουν άδειο τα νερά
με μηχανές σβηστές
και με μια πλώρη
που θα μου έπαιρνε το χτες…
ήσουν στη γέφυρα
κι ήμουν εκεί που θα έριχνες σκοινιά
να πλεύριζες
τις ταξιδιώτισσες τις σκέψεις…
μα είναι τόσο αργά
το ρυμουλκώ εδώ στην αγκαλιά
και όλο εκεί κοιτώ

στη γέφυρα
να ανάψεις φως
να επιστρέψεις।

Τρίτη 6 Μαΐου 2008

ΤΕΛΟΣ ΚΑΛΟ... ΟΛΑ ΚΑΛΑ!


Κάποιοι ίσως νομίσανε
πως ξαφνικά περάσαμε σε άλλη εποχή
από το όρθιο βάδισμα στο βάδισμα του λύκου
εκεί που πέφτουνε πρηνείς
όταν ακούνε ανθρώπους
και στα δυο πόδια ορθώνονται
οι λύκοι σε χορό…
κι ίσως δεν έχουν άδικο
μα μπέρδεψαν τους τόπους
που πισωστρέφει ο άνθρωπος
και γίνεται θεριό…

Μοναχικός ο λύκος
μα το θεριό που ορθώθηκε είναι πιο μοναχό
γιατί δεν βλέπει που πατά
και σκέφτεται όλο μήπως
μήπως με προσπεράσανε
εκείνες οι χαρές;
Ή μήπως και πάλι ξέχασα τις πόρτες ανοιχτές
και ξαναρθεί ο λύκος;

Μοναδικό το πέρασμα που αφήνουν οι στιγμές
μοναχικό το πέρασμα και για τον γκρίζο λύκο.
Ας βλέπουμε όλοι πίσω μας αγέλες και σκιές
καθένας μόνος του περνά στο «αύριο θα λείπω»…

Θέλω να πω στο λύκο που αναζητάει οδό…
δεν πάτησα το δρόμο σου
κι είναι τόσο απλό: είμαστε εμείς ο δρόμος
που ξεκινάει πάντοτε μα πάντοτε από δω
και φτάνει στα μακρύτερα σοκάκια του μυαλού
έτσι βαδίζουμε όρθιοι μόνο πατώντας νου…
(κι εκεί μαθαίνεις τρόπους
για να πατάς και ανθρώπους)

και μια συμβουλή:
αν όντως ψάχνεις πέρασμα λύκου αληθινού
γύρνα στα μονοπάτια σου αυτά του φεγγαριού
εκεί που κάθε πέρασμα τη νύχτα είναι ανοιχτό
εδώ αν μείνεις θα περνάς μόνο με ουρλιαχτό!

(κρατάω την ταμπέλα σου ενθύμιο εγώ
κρατάω και την ανάρτηση μα και κλειδί διπλό)
και τα μάτια σου κατά το γνήσιο πέρασμα
το μοναδικό
το δικό σου!


(τα ευχαριστώ μου για την συμπαράσταση στα σχόλια)

Δευτέρα 5 Μαΐου 2008

"ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ" ( πρώην εθελουσία οδός)!


Μήνυμα αφήνω και ουρλιαχτό
σε αυτόν που γράφει σε τούτη τη σελίδα
να φύγει απ’ το blog αυτό
αφού εγώ πρώτος το είδα...

θυμάμαι πως εχιόνιζε κι ήθελα να κρυφτώ
και έφτιαξα ολομόναχος εθελουσία οδό
να σκέφτομαι ανθρώπινα μα να αναρτώ τους λύκους
μα φαίνεται ίχνη άφηνα στο χιόνι το νωπό
γιατί είδα στο κατόπι μου έναν με κάτι τύπους
που βρήκαν δρόμο ανοιχτό και κρέμασαν ταμπέλα…
«εθελουσία οδό»
μα τέρμα ως εδώ

κι αφήστε τα την μάθαμε αυτή την καραμέλα
που δεν μου αφήσατε μια γη πέρα απ’ τα καμένα…
τελειώσαμε τα μα και μου είναι η φωλιά για μένα


κι αφήστε και τα σχόλια κι αυτές τις ετικέτες
εδώ θα γράφει στο εξής «του λύκου το τσαρδί»
και στην αρχή του δρόμου «το πέρασμα του λύκου»
δε θα μιλάν πια άνθρωποι κι όποιος έχει αντίρρηση

με ουρλιαχτό να μου το πει. Κλείνει το μαγαζί
και ο γιατρός να τσακιστεί έχει αφήσει εγχείριση…
Εδώ δε θέλω ψέματα κι ανθρώπινα τερτίπια
και μη νομίζετε πως θάρρεψα ίσως επειδή τα ήπια
θα πίνω και με πανσέληνο να ακούγεται ουρλιαχτό
κι όταν ακούω βήματα θα τρέχω να κρυφτώ
στους σκοτεινούς απάτητους που έχω αφήσει τόπους


γιατί από σας ο μοναχός που είπε το σωστό
είναι αυτός που δήλωσε πολύ ειλικρινής
«ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής
όταν ακούσεις ανθρώπους»


(Ο Καρυωτάκης ναι αυτός!)

Τέλος! (για εσάς)

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

ΑΦΗ ΝΟΜΑΙ...


Μη με φοβάστε
άλλος και άοπλος θα επιστρέψω.
Μόνος.
Με μια σημαία που ανεμίζει
όταν φείδεται ο χρόνος
θα προελάσω και θα παραδοθώ.
Και ίσως
λέω ίσως, έτσι υποτάξω λεπτοδείκτες
από το ίδιο το «φείδου» προσωπικός απεσταλμένος.
Ωχρός
ίσα να στάζει το μελάνι η πένα
αφού μετάγγισα ψυχή αντί για αίμα
σε κάτι αγγεία ραγισμένα
για να δακρύζει στον πηλό τους ο πηλός μου.
Φεγγάρι έλα
με το ασημί σου ξέπλυνε τα χέρια
πλύνε και κάτω απ’ τα σκοινιά
τους κόμπους λύσε
κι ύστερα κάνε παρακεί
να απλώσει κάπου τα φτερά και η τύψη.



Ναι, δεν θα πάω απόψε στα βαθιά
εκεί πισθάγκωνα μονάχος θα αφεθώ
σε ενός κεριού τα ρέοντα μισολιωμένα ύψη
και μη φοβάσαι
είναι αβαθή ετούτα τα νερά
κι ούτε που πνίγηκε ποτέ κανείς
στην παραγγελθείσα επίτηδες ρηχή
ενός τρεμάμενου κεριού την θλίψη
।

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

ΚΑΛΛΙΟΝ ΤΟ ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΕΙΝ...


Είχα λίγο κόκκινο ακόμα
και ομολογουμένως αρκετό πειρασμό
μα πιο πολύ είχα
εκείνη την αβάσταχτη σκέψη
πως το μέλλον
είναι γεμάτο μαραμένα χτες
που μόνο σήμερα ανθίζουν.

Κυριακή 27 Απριλίου 2008

χωρίς γράμμα πια σου γράφω...


Σου γράφω πάλι. Ακοίμητος. Άυπνος
Άγνωστες λέξεις με κατακλύζουν καθώς όλο το σύμπαν μιλάει μέσα μου για σένα.
Κι ούτε ξέρω που να το στείλω έτσι αλύτρωτο τούτο το γράμμα… Φανέρωσε μου τον τόπο…
Όσες γνωστές λέξεις ήξερα μου τις πήρε το ανεπίδοτο στα προηγούμενα γράμματα. Τι ωφελεί το χαρτί πια;
Τι ωφελεί το ευανάγνωστο στο μη ιδωμένο;
Τι ωφελεί η γραμματική στο αναλφάβητο «δεν μπορώ να σε δω, να σε έχω»;
Μου εξαντλήθηκε ο γνωστός λόγος. Τόσα «που είσαι;» τόσα «πως μπορείς μακριά;» τόσα «φανερώσου»…
Περίεργο δεν είναι; Εδώ είναι τρεις το πρωί κι ούτε που ξέρω εκεί τι ώρα σου λέει ο χρόνος πως είναι για μένα.
Τι σημασία έχει θα μου πεις πότε και πως σου απαντά η απουσία;
Ο χρόνος πάντα μετρά στα συνήθη λεπτά. Τόσα του ύπνου , τόσα του ξύπνου, τόσα του με τα μάτια ορθάνοιχτα, τόσα του απεγνωσμένου…
Στο τελευταίο γράμμα σου είχα πει πως συνήθισα πια να μη κοιμάμαι. Το νεότερο είναι ότι απ’ το φόβο μη περάσεις σε ένα κλείσιμο των ματιών και χαθείς αφαίρεσα τα βλέφαρα μου.
Μα τι να τα κάνει κανείς τα βλέφαρα μες στα πηχτά σκοτάδια; Τι να τα κάνει και τόσα όνειρα κλειστά; Ποιος θάρθει πια να μου τα πάρει; Τώρα δακρύζω θέλω δε θέλω και θολώνουν οι σκέψεις.
Ναι, να ξέρεις πως δε φταίει η θάλασσα των αποστάσεων αν οι λέξεις έχουν κάπως μουλιάσει. Και στεγνά καθαρά ολοστρόγγυλα όσα είχαν γραφτεί δεν υπάρχει κανένας μπροστά τους εκεί να τα διαβάσει…
Ναι τώρα σε άγνωστη γλώσσα σου μιλώ και γράφω.
Θα απορείς πως χώρεσαν τόσες άγνωστες λέξεις στο αδιαχώρητο ξανά και ξανά και ξανά ειπωμένο; Μα τι αξία έχει πια ο άνευ παραλήπτη σωστά αρθρωμένος ανθρώπινος λόγος θα σου απαντούσα εγώ. Και τα όσα ευανάγνωστα σου έχω γράψει όσα θέλαν να σου πουν θα έχουν πια γεράσει.
Θυμάσαι το δάσος που πάντα σου έλεγα να περπατήσουμε όταν θα ‘ρθεις εκεί;
Κάποιοι το έχουνε κάψει. Θες ένα καμένο κλαδί απ’ τα χιλιάδες «που είσαι;» Ένα φύλο που φύλαγα σαν θάλεγες το πρώτο «γεια σου, ήρθα»… Είναι κίτρινο γιατί οι ελπίδες φύλο το φύλο έτσι γερνάνε, κιτρινίζοντας. Παίρνουν το χρώμα πάντα χρυσών νομισμάτων κάτω από τα δέντρα ίσως για ξεπληρώσουν έτσι τα πανάκριβα παλιά θροϊσματα τους…
Μα και το πρόσωπο σου εντός μου είναι πια πιο ωχρό. Έχουν ασπρίσει και τα μαλλιά σου… τώρα πια δεν ξέρω αν θροϊζουν αυτά η στάχτη όταν το φύλλο ονειρεύεται λευκά και γκρίζα όνειρα στα εντός κλαδιά και εσύ στρέφεις το κεφάλι προς το καμένο δάσος…
Το όνομα σου σε όλα τα γράμματα μου έχει σβηστεί…Γι αυτό γράφω ονόματα που δεν έχουν ποτέ ακουστεί για να μη ξέρει πως σε λένε ο χρόνος. Κάποτε σε λέω ανέγγιχτη ρίζα , άλλοτε λευκό μου έλα και άλλοτε το πιο μαύρο κομμάτι στο καμένο δάσος…
Ο ταχυδρόμος λέω θα έχει πολύ οργιστεί μαζί μου και ίσως τα γράμματα να τάχει πετάξει।
Μα το πρόσωπο σου πάντα εκεί. Αλλαγμένο απ’ τα χρόνια και χλωμό απ’ τη στιγμή που βαθιά μου το είχα χαράξει.
Πότε κλαις εκεί μακριά και πότε νομίζω πως λες «κι αυτό θα περάσει».
Τότε κι εγώ κάθομαι εκεί μπροστά στο κίτρινο φύλλο και μιμούμενος εσένα του λέω σε μια άγνωστη γλώσσα «γεια σου ή ρ θ α»… Μα και το κίτρινο του έχει τόπους τόπους γεράσει. Δεν με ακούει καλά τελευταία.
Και πια δεν τρέμω για σένα μα για το άρρωστο κίτρινο φύλλο.
Μη φυσήξει απ’ το «γεια» δυνατά και χαθεί σαν και σένα στο καμένο δάσος.
Ή μη πνιγεί απ’ τα φιλιά και μου πεθάνει στα χείλια…

Παρασκευή 25 Απριλίου 2008

ΕΘΕΛΟΥΣΙΑ ΔΙΕΞΟΔΟΣ



Που πας ψυχή μου μόνη
εν μέσω φωτός και σκότους;
Εκεί μόνο η σκιά ζυγώνει
εκεί παιδί δικό τους
έχουν τη μοναξιά…
Μη πας ψυχή δεξιά
η άβυσσος πεινά
μα και ζερβά τυφλώνει
και λιώνουν τα φτερά…


Πέτα ψυχή μου πέτα
γίνε ένα μπαλόνι
στο Πάσχα που λυτρώνει
και πήγαινε ψηλά!



ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ!

Κυριακή 20 Απριλίου 2008

πάλιωσε ο κόσμος, έγειρε..

Πάλιωσε ο κόσμος, έγειρε
και η ζωή χωλένει….

Σβουνιά να είναι στα σύννεφα
ή ήλιος που πεθαίνει;
Και σε ό,τι χρόνια έγνεφα
γιατί σταυρό ανεβαίνει;

Ποιόν έδεσα; Ποιόν κάρφωσα;
που βρήκα τα καρφιά
κι έτσι με μιας ανάλωσα
της γης την ομορφιά;


Κρυώνω. Από πού φύσηξε;
Ποιος μου ‘σκισε τα ρούχα;
Με θάνατο ποιος τύλιξε
ό,τι για απέθαντο είχα;

Κι εκείνο μου το ομοίωμα
που κουβαλάει σταυρό
που πάει το ικρίωμα
της γης στον ουρανό;

Έγειρε η μέρα τέλειωσε
απ’ το μεγάλο ψέμα
πως ό,τι το χάραμα έσβησε
θα αναστηθεί τo γέρμα…




Είπαν με άφεση θα ξεπλυθεί
η σβουνιά με το στανιό
πως ο πιλάτος θα χαθεί
και θάρθει πνεύμα νιο!






Ψεύτικε κόσμε πάλιωσες
άσε τα παραμύθια
και τα κεριά που έλιωσες
ήταν από συνήθεια!

Πέμπτη 17 Απριλίου 2008


Δεν θα είμαι εδώ όταν θάρθεις.
Και ας μην έφυγα ποτέ!
Μέρες είχα καθίσει σε εκείνο το μεγάλο ψαθωτό σου
«περίμενε θα ‘ρθω»
για να έχει κάτι να περνάει την ώρα του ο χρόνος.
Πιάστηκα. Όχι στη μέση. Παντού!
Θες απ’ το πολύ χθες; Θες απ’ το χωλό το «θάρθω;» Δεν ξέρω.
Τα επόμενα χρόνια άλλαξα θέση. Πάντα βολεύει καλύτερα
το μονοθέσιο σκαμπό του
«μπορεί και να αργήσω».
Έχει βλέπεις γύρω γύρω θέα και τέσσερα επί τέσσερα πόδια.
Εκεί ομολογώ κάπως ξεπιάστηκα. Σα νάχα και οδηγό δικό μου
μόνο που του άλλαζα τις βάρδιες κάθε ώρα γιατί η αναμονή θέλει ξεκούραστο οδηγό
ειδικά όταν ανεβαίνεις του ρολογιού εκείνες τις απότομες τις δεξιές των ανυπόμονων
δευτερολέπτων τις στροφές στον τοίχο.
Έτσι φτάνεις στην κορφή της μέρας, της βδομάδας.
Ο μήνας μετά δεν έχει κορφές. Ένα οροπέδιο είναι που του λείπει το μισό βουνό.
Εκεί πας ακόμα πιο αργά. Έτσι κι αλλιώς δεν έχει άλλη κορφή να περιμένει.
Κι ούτε σε κυνηγάει κανείς. Και το βουνό σου έχει αίφνης τελειώσει.
Μετά -τα ξέρεις – αρχίζει η πλαγιά του «μάλλον δε θαρθεί».

Εκεί έχει μεγάλη κατηφόρα.
Όχι, όχι προς τα κάτω. Προς τα μέσα. Μια κατηφόρα από γύρω – γύρω, από παντού.
Και όσο καλό οδηγό κι αν έχεις το «δεν θαρθεί» σε πάει μόνο του.
Δε λέω τον διασκέδασα κι εγώ τον χρόνο. Μέχρι τέλους!
Ειδικά στις ατέλειωτες στροφές του κατεβαίνοντας!
Γι αυτό λέω δεν θάμαι εδώ όταν θάρθεις!
Και ας μην έφυγα ποτέ από εκείνο το «περίμενε θα ‘ρθω» ούτε στην ανηφόρα
ούτε και τότε που απ’ το ασυγκράτητο στην κατηφόρα «δεν»
του σπάσαν μέσα μου αναπάντεχα τα φρένα!


Κι αν τύχει νάρθεις κάτσε στο ίδιο το σκαμπό
απ’ τη μεριά με τη μεγάλη κατηφόρα
κι όταν στην τελευταία της στροφή ακούσεις κάτι σαν κραυγή
πέτα από το τριαντάφυλλο κάνα δυο πέταλα
στου εξαίσιου ίλιγγου την ηδονή
σαν σε δικό σου αντεραστή
γενναία δώρα!

Σάββατο 12 Απριλίου 2008

αυτό μπορούσα!



Θυμάμαι που μου λέγανε
όταν ζωή ζητούσα
«έδωσα ό,τι μπορούσα»
κι εκείνους που δε μένανε
όταν παρακαλούσα
που λέγαν σα με βλέπανε
"κάποτε θα περνούσα…»

Θυμάμαι κι άλλους που είχαν πει
καθώς αιμορραγούσα
«πήρες την κατιούσα…»

Δεν ήξερα τι πάει να πει
«έδωσα ό,τι μπορούσα»
Και πότε είναι το
«κάποτε…
κάποτε θα περνούσα…»

κι ούτε γιατί μου λέγανε
«πήρες την κατιούσα…»

Μα ούτε κανείς τους πίστευε
πως σαν αιμορραγούσα
μες στο δικό τους
«κάποτε»
δικό μου κατακόκκινο ένα
«αυτό μπορούσα»
έσταζε και ξεχρέωνε
όσα εγώ ζητούσα
!

Πέμπτη 10 Απριλίου 2008

Φώναζαν «κρύψου» στις γωνιές
κι ένα «σε είδα, βγες»
με πρόδωσε και βγήκα
μα ούτε αυτόν που φύλαγε
ούτε ποιος τόπε βρήκα!


Εκεί που αντηχούσαμε
το
«φτου ξελευτερία»
σκουπίζει ό,τι φτύσαμε
στη γη της, η ουτοπία
κι ότι άφτυστο αφήσαμε
το κρύβει με αγωνία!


Κι εκεί που περπατούσαμε
τώρα βαδίζει η λήθη…
Τα τσέρκια που κυλούσαμε
Κυλούν στο παραμύθι
κι οι δράκοι που μισούσαμε
Κρύφτηκαν μες στα πλήθη…

Τετάρτη 9 Απριλίου 2008

η πύλη του ονείρου


Πίκρα, πόνος και οργή
πόρτες που βγάζουν η μία στην άλλη…
Η χαρά που μεθάει κι αργεί
κι όλο χάνει την πόρτα απ’ τη ζάλη…

Και του ονείρου η γλυκιά φυλακή
με μια πύλη ανοιχτή και μεγάλη
δεν αρνιέται ποτέ να μας βγάλει
στη φριχτή γειτονιά μας εκεί
που η πίκρα, ο πόνος κι η οργή
έχουν σπίτια, χωράφια και γη
αλλά πόρτα στενή – σκοτεινή

μα η χαρά που μεθάει κι αργεί
κι όλο ψάχνει λάθος κλειδί
θέλει πύλη ονείρου μεγάλη।

Τρίτη 8 Απριλίου 2008

...μια πεταλούδα.. μια θάλασσα..μια θύελλα και μια ανθισμένη φύση...όποιος σε δει κατάματα μπορεί να συναντήσει...


Να πείτε στο απρόβλεπτο να μη φανεί από δω
να πάει απ’ το άλλο το στενό που στέρεψε η ζήση
που μήνυσε η γριά η μαμή πως δεν θα ξεγεννήσει…
Να πείτε στο απρόβλεπτο δε θέλω να το δω
έχω τη διαβεβαίωση πως θάχουμε αιθρία
δεν θέλω πάλι ψεύτικη δήθεν πανωλεθρία
σαν τις προάλλες που έριξε ψεύτικο κεραυνό
κι ενώ η ΕΜΥ έλεγε «η άνοιξη είναι εν πλω»
άστραφτε και μου τρόμαξε άδικα τόσα πλοία…
να πείτε στο απρόβλεπτο ότι δε θα ‘μαι εδώ
δεν πέφτω στου «αιφνιδιασμού» την δήθεν την παγίδα
να μπουμπουνίζει ψέματα σε άνοιξης αλήθεια…
εκτός κι αν έχει γνήσια αίφνης μια καταιγίδα
γιατί οι «φο» οι κεραυνοί μου γίνανε συνήθεια!

Δευτέρα 7 Απριλίου 2008


... και όποιος φωνάξει πιο δυνατά
διψώ
να ρθει να πληρωθεί.

Κυριακή 6 Απριλίου 2008





Τόσο μικρή κι όμως πετάς!
είπε στην πεταλούδα η σελήνη
έτσι ακούγεται το απέραντο σωστά απάντησε εκείνη
και τι ακούς απόψε και πετάς;
του φεγγαρόφωτου σου τη αιώνια γαλήνη
κι όταν κάποιες στιγμές ακινητείς τι φοβάσαι;

μα τη θεόρατη σκιά

των φτερωτών μικρών πραγμάτων.


έγραφα...
μα ποιος έσβησε
ότι ήτανε γραμμένο;
Και ότι έσβησε τι άφησε
πίσω του πριν χαθεί
κι έμεινε ανεξίτηλο
μέσα μου το σβησμένο;

Σάββατο 5 Απριλίου 2008

η προφητεία...


Σε ανεμοστρόβιλο έχω πέσει και πετώ
με μια τσιγγάνα καθώς μου έλεγε τη μοίρα
και πάνω που έμελλε μεγάλη πόρτα να διαβώ,
του ανεμοστρόβιλου με άρπαξε η σπείρα…
«αγάπη μαύρη σε παλεύει από καιρό
με μάγια που έδεσε στην κούνια σου μια λάμια…»
άκουγα τα λόγια της μέσα στο χαλασμό
σαν μου μπηγόντουσαν ξερά κλαδιά, καλάμια
μέσα στα χέρια της κομμένα απ’ τον καρπό
τα δυο μου χέρια με την τύχη μου κομμάτια
και στης ζωής μου τη βαθειά την ατραπό
χαμένα ίχνη, γκρεμισμένα μονοπάτια.
Εκεί σε είδα, αστραπή κι αερικό
σαν με χτυπούσε καταιγίδα μες τα μάτια
έστηνες γύρω μου χορό εξωτικό
κι έτρεχαν πίσω σου συντρίμμια μου σαν άτια.
Πλάι μου σφύριζαν δυο κοφτερά καλάμια
«αγάπη μαύρη σε παλεύει από καιρό
με μάγια που έδεσε στην κούνια σου μια λάμια…»
και κάποια πόρτα που την πέταξε ως εδώ
του ανεμοστρόβιλου η οργή κι η αγριάδα
έχασκε μπρος και πίσω ουρανό
και από κάτω της η λάμια μου μαινάδα…
ένα φουστάνι γύφτικο πετούσε μοναχό
και ένα κόκκινο μαντήλι κυνηγούσε
μα η τσιγγάνα και γυμνή μες στο χαμό
τα δυο κομμένα χέρια μου κοιτούσε
« αγάπη μαύρη σε παλεύει από καιρό
και μια μεγάλη πόρτα θα περάσεις
χίλια κομμάτια θα κοπείς απ’ τον καημό
του ανεμοστρόβιλου την πείνα να χορτάσεις!»

Άλλη φορά τσιγγάνες δε ρωτώ
ξέρω πως κόβουν τα καλάμια
ξέρω που κρύβεται το ξωτικό
και που το πάει η σκύλα η λάμια।

βίντεο ποίηση...σε κάθε τέλος...

Σε κάθε τέλος έλεγα αρχή
αυτό το τέλος θα στάξει
μ’ αυτό που καρτερούσα ναρθεί
κάτι το έχει τρομάξει
λες και το κάλεσμα νάχει χαθεί
κάπου ανάμεσα σώμα – ψυχή
κι ότι πάει τη ζωή να αλλάξει
ραγισματιά που γκρεμίζει όπου στάξει...

Έλεγα τέλος κι έβαζα αρχή
μα κάθε αρχή μου έχει ρημάξει

σταλαγματιά τόσο ρηχή
σ' άδειο κουκούλι δίχως μετάξι

ο ερχομός μια σκιά που έχει χαθεί
κάπου ανάμεσα σώμα – ψυχή
και δεν αφήνει τη ζωή μου να αλλάξει

τι νάχε η αρχή από κάθε τέλος φυλάξει;
αγάπη; μίσος; οργή;
και πόσο ακόμα αργεί
μια καινούριας ημέρας η αρχή να χαράξει;

Παρασκευή 4 Απριλίου 2008


Δεν μπορώ να ονειρεύομαι πια
σαν ζωή που σαλεύει αργά στη ζωή που δεν έχει
σαν το φύλλο που έχει φύγει απ’ το κλαδί που το τρέφει
σαν μια πέτρα που κοιτάει ψηλά και τη γη δεν αντέχει
σαν σπασμένο απ’ τους ήχους του ντέφι…
Δεν μπορώ να ονειρεύομαι
πια
σαν μια λήθη που ξυπνά ξαφνικά και κοιτά πουθενά
σαν το δώρο που τρέμει μες στο χέρι του κλέφτη
σαν το γέλιο που κόπασε πια και σε κλάμα γερνά
σαν πληγή βουτηγμένη σε νέφτι…
Δεν μπορώ να ονειρεύομαι
πια
σαν την άλλη φορά, την καμία φορά που μου πέφτει
σαν χαμένο κι αβέβαιο ξέφτι….

Θα ονειρεύομαι πια
τη ζωή αγκαλιά με άλλο φύλλο, άλλο ντέφι
με ένα γέλιο ξανά
θα ονειρεύομαι πια
πως η πέτρα τη μια φορά ανεβαίνει ψηλά
και την άλλη με φόρα στη λήθη πως πέφτει
και καρφώνει ξανά στα αβέβαια μέσα το ξέφτι
πως βουτάει κι άλλη μια μες στο νέφτι
και από κει στην πληγή σαν δώρο δικό μου κυλά
στη ματωμένη παλάμη του κλέφτη!





Πέμπτη 3 Απριλίου 2008



Ενα βράδι ήρθε στο όνειρο μου
ολόασπρη η πεθαμένη, πορτοκαλί μικρή μου πεταλούδα
"γειά, καλώς ήρθες" μου είπε και κάθησε στον ώμο μου
"μα εγώ δεν πέθανα ακόμα " της απάντησα
"που το ξέρεις;"
"δε βλέπεις που ακόμα ονειρεύομαι;"
"τότε καλώς ήρθα" φτεροκόπησε χαρούμενη
και παίρνοντας τα πρώτα φωτεινά της χρώματα
πέταξε σε όλη τη ζωή μου πίσω
ώσπου ξαναβγήκε από το ίδιο παράθυρο που είχε μπεί
- σε κείνο το παιδικό μου πρωινό.
Από τότε δεν την ξανάδα πουθενά
όμως ξέρω καλά
πως πάντα υπάρχει μιά αόρατη πορτοκαλί γραμμή
που ξεκινάει από κάτι αγαπημένο που έχει από καιρό τελειώσει
- μα επιστρέφει γιά ένα "γειά"
και καταλήγει σε κείνο το μικρό ανάχωμα του κήπου
που αναπάντεχα μισά όσα αγαπήσαμε τα θάψαμε
.

Τετάρτη 2 Απριλίου 2008


Μάταια βρέχεσαι Απρίλη
και μη κλαις!
Σε δάκρυα ανοιξιάτικα
έχω πνιγεί κι άλλες φορές
άλλα χρωστάς
για να σε ταξιδέψω.

Τρίτη 1 Απριλίου 2008


Γράψε
πως μοναχά εγώ ποτέ δεν σε άφησα μόνο

μου είχε πει η μοναξιά
και το γράφω…


Πολλή η σιωπή για έναν άνθρωπο...
λέω να την μοιραστούμε!


- Από τι είσαι και λάμπεις τόσο; είπε το πουλί στο άστρο,
- από ουρανό και άφεση, απάντησε το άστρο -εσύ;
- από συγνώμη και φτερά
- και πως πετάς τόσο χαμηλά;
- πονώντας.

βίντεο - ποίηση, στίχοι Γ.Ποταμίτη μουσική Νότη Μαυρουδή τραγουδάει η Μόρφω Τσαϊρέλη

ψάξε...


Ψάξε…
για έναν τόπο που καίει φωτιά
Θυσία σε ένα θεό
που έχει χαθεί από καιρό
μα είναι τόσο κοντά
όσο στο στόμα που διψά το νερό
έλα...
σ΄ αυτόν τον τόπο που έχει καιρό
να δει ανθρώπου θωριά
κι ανάβουν νύχτα κεριά
να φέξουν σ’ έναν ναό
που τον γκρεμίζουν την αυγή θεριά
έλα...
σ΄ αυτόν τον τόπο που έχει για γη
όσα φωτίζει η αυγή
που έχει για τέλος κι αρχή
τη δική σου τη ζωή
κι ότι του λείπει το κρατάς εσύ
Ψάξε
Εθελουσία δική σου οδό
το όνειρο είναι εδώ
μα έχει χαθεί από καιρό
ένα μικρό φυλαχτό
που το φοράν οι χαρές στο λαιμό.
έλα...
κι ασ’ την ψυχή στην ψυχή να πετά
και με τα δυο της φτερά
πετά και βλέπει στη ζωή τι αξίζει η χαρά
και των αγγέλων τις ψυχές ξεδιψά.

νιώσε...
πόσα η καρδιά μοναχή δεν μπορεί
κι όσα μια μόνη ψυχή
αδυνατεί για να βρει
νοιώσε όσα φέρνει η βροχή
σε ένα δάσος που διψούν οι ανθοί


βίντεο - ποίηση Γ. Ποταμίτη Μουσική Ν. Μαυρουδή

το σώμα του καλοκαιριού...
Πάντα ήμουν μιας ηλικίας που όταν γύριζα να την αγγίξω
αυτή είχε φύγει
όπως τα Καλοκαίρια που μου άφηναν κάθε φορά
ένα σώμα πλαγιασμένο στην άμμο
σαν να ήταν κάποια άλλη εποχή να το αναστήσω…
μα όταν ανέβαιναν τα κύματα και το έπαιρναν
δεν ήξερα πως να το φωνάξω πίσω…
και ίσως να μην είχε νόημα το όνομα του
αφού κάθε επόμενο καλοκαίρι
επέστρεφε με ξένα σώματα
σώματα ναυαγών από άγνωστους τόπους…
και ίσως από παιδιά πρέπει να συνηθίζουμε τους αποχωρισμούς
αφού παντού είναι σκορπισμένοι οι κόκκοι του αναπόφευκτου
σαν απέραντη άμμος
που πότε τους ενώνουμε σε κάτι δικό μας στην ακτή
και πότε τους κάνει δικούς του το πέλαγο
για να μας μένει ακέραια η μνήμη εκείνης της αφής
από κάτι σκορπισμένο στη ζωή
που περιμένει κάποιον να το μαζέψει
και να το αφήσει
στις ακτές ενός πέλαγου που πάλι θα το κλέψει
αφού τα χέρια μέσα στα κύματα που το παίρνουν
είναι άπειρες φορές μεγαλύτερα
από δυο χούφτες ξεχειλισμένες δάκρυα
ενός μονάχα ανθρώπου…

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2008




Ω ! απουσία εσύ
Μαρμαρυγή θεογόνε
αλκυονίδα τρικυμισμένων άστρων
ρωγμή στο ποίημα ανθισμένη
ίριδα Θεού
νεύμα διψασμένης γης
αποτέλειωσε με !


Σε φώναξα μα δεν ήρθες.
Σου έκλαψα μα δεν ήρθες.
Πώς να σε αφήσω τώρα απ’ την ηχώ να φύγεις;
Είναι κλειστά τα ανοίγματα.
Μια χαραμάδα κάλεσμα αρκούσε.
Να σε παγιδέψω!
Να σε ακούω πάλι και πάλι εντόσθιο σφυγμό
κι απ’ το σφυγμό να πιάνω ίχνη…
και μαγνητίζοντας σου τη σκουριά στα ίχνη
να πιάνω ήχους σου παλιούς
από σκηνές
τότε που ήτανε εδώ
όλο το Είναι Σου Γυμνό και Αλαλάζον…

βίντεο - ποίηση Γ.Ποταμίτη μουσική Ν. Μαυρουδή

το πέρασμα

Κρεμάω στου χρόνου τα ικριώματα
τα πεινασμένα
φωτογραφίες και ομοιώματα
για να μη τρώνε εμένα…
Στάζω στα περασμένα ίχνη ηδύποτες παλιές στιγμές
μεθάνε οι σβησμένοι λύχνοι παραπατάνε κι οι σκιές…
Σε ξαναφέρνουν πίσω να δουν αν σε γνωρίσω…
Στην κάμαρα αχνό το φως κι εγώ περαστικός
απ’ όσα πρόλαβα να ζήσω σε δείχνω στις σκιές και λέω:
αυτή μπορούσα να αγαπήσω…
και ίσως δείχνοντας σε κλαίω και στρέφεις άλλη μια φορά σε μένα
χέρια αδειανά, μάτια θλιμμένα
και λέω δεύτερη φορά σε ότι σε φέρνει πίσω
αυτή μπορούσα να αγαπήσω…
Κι όπως περνούνε οι σκιές σαλεύουνε τις πόρτες
και φαίνονται στο άνοιγμα αιώνιοι προδότες
το λίγο ακόμα, το ποτέ μόνο δεν θα σε αφήσω
κι όσα σε αγγίζουν μια φορά και δε γυρίζουν πίσω
σαλεύει και το σάλι σου στου χρόνου τη ρωγμή
να το κρατώ και νάρχεσαι κάθε τέτοια στιγμή
που χάνομαι, που πνίγομαι, που λέω δεν μπορεί
αφού έμεινε το πέρασμα και πάλι θα φανεί…
έτσι γυρνάς και έρχεσαι, έτσι σε φέρνω πίσω
και απαντάω στις σκιές που λένε ονειρεύεσαι
μόνο αυτή που έρχεται μπορούσα να αγαπήσω….
Κι όπως περνάς το πέρασμα
πως περπατάς μου φαίνεται σε κάποια άλλη γη
που είναι οι σκιές το κέρασμα
για όσα περιμέναμε ολόκληρη ζωή
γη που όσοι πατήσαν χάθηκαν μα μείνανε εκεί
τα βήματα, το πέρασμα σαν δρόμοι μυστικοί
για να γυρίζουν κάποτε όσα θαρρείς χαμένα.
Έτσι γλιστράς απ’ τις σκιές και έρχεσαι σε μένα
κι όπως σου αγγίζουν τα μαλλιά
σκιών φεγγάρια ξένα ακούω της νύχτας τα πουλιά
να φεύγουν διψασμένα σαν λέω τέταρτη φορά
αυτή μπορούσα να αγαπήσω που σαν πηγή του επέκεινα
ανάβλυζε χαρά μα που ποτέ δεν έπινα
μήπως και δε γυρίσω.

...μα ήπιες πεταλούδα μου
είναι αλλουνού σειρά
να στάξει στην καρδούλα μου
κι η πρωινή δροσιά ...

το ξέρω παραφέρθηκα
μα δεν μπορώ κυρά μου
στα πέταλα μπερδεύτηκα
ποια είναι τα φτερά μου;

αποτάσσομαι......


Σου είπα μην έρθεις χάραμα που αποστάζω φως...
σου είπα μην έρθεις σούρουπο θα πίνω τις σκιές...
αν θες έλα στο όνειρο
που έχω καλέσει ναυαγούς
κι είναι όλοι μεθυσμένοι…


Νύχτωσε τώρα
ψήλωσε θεέ μου ουρανό
όλο το απόγεμα
μυρίζανε στο μαραμένο φως
σαν άπλυτα τα πόδια των αγγέλων.

Σάββατο 29 Μαρτίου 2008


Σπασμένη μέρα
ξέσκεπα τα σωθικά της, δες
μια μυρωδιά σαν αλκοόλ πλανιέται στον αέρα
και μεθυσμένο το αύριο όλο φωνάζει μπες
με πόρτα που τρεκλίζοντας την πάει παραπέρα
μα με φτερά αλλόφρονα που όλο πετούν στο χτες…

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2008

για ό,τι γυρίζοντας έχει χαθεί....

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2008

καλώς ήρθατε.

 
Site Meter