
Ποιός έχτισε στης πλώρης μου τα κύματα κολόνες
ποιός κόλλησε στην πρύμνη μου τους πόθους χαμηλά
και νόμισε αταξίδευτους θα αφήσω τους αιώνες;
Οι ναύτες στο κατάστρωμα κι ΟΛΟΤΑΧΩΣ ΨΗΛΑ!
Να σηκωθούν οι άγκυρες και όρτσα τα πανιά
οι μούτσοι ας ξεπλύνουνε αυτή τη μελανιά
που άφησε στο κατάστρωμα το χτεσινό μπουρλότο
ο Δεύτερος στη γέφυρα βάλτε γάζες στον Πρώτο
και δέστε με εκεί ψηλά στο μπροστινό κατάρτι
γιατί έχω το προαίσθημα για ένα καιρό αντάρτη
αφού κάποιες σειρήνες μου τις έφαγαν οι λύκοι
που πέρασαν το πέλαγο θαλασσινό τσιφλίκι…
Βίρα λοιπόν τις άκυρες και λύστε τα σκοινιά
κι έτσι όπως σαλπάρουμε ρίξτε μια κανονιά
χαιρετισμό στον άγριο των άφτερων ντουνιά
και αμολήστε πίσω μας με αγκίστρι στο φτερό
εκείνο το σκυλόψαρο που με ζητάει καιρό
χτυπιέται στην καρίνα μου στραβώνει την προπέλα
και βγαίνει από τα ύφαλα κι όλο μου λέει «έλα
έλα να πλέξουμε μαζί θαλασσινά τριφύλλια
γοργόνες τριαντάφυλλα ταξίδια από κοχύλια»…
τέρμα θαλασσολούλουδα και οι ψευτιές στα χείλια…
Εσύ λοστρόμε να κοιτάς με κιάλια στα ψηλά
μήπως μας λέει ψέματα κι αυτή η αστροφεγγιά
είναι του φεγγαριού το φως ή το δικό μου χνώτο
και τι έχει μες στα σύννεφα κι όλο χτυπούν με κρότο
κι εκείνος ο μεσίστιος που έρχεται καημός
νάναι απ’ το νόστο που θα ‘ρθει ή του φευγιού καπνός
και πόσο απέχει απ΄το νερό του φεγγαριού η στεριά
πουλιά είναι στα σύννεφα ή φτερωτά σκαριά
και σίγουρα αρμενίζουμε σε άστρα θαλασσών
αφήνοντας ξοπίσω μας το πέλαγο των μουσών;
Κοίτα να δεις το πέρασμα όπου περνούν οι αιώνες
εκεί που μόνα κύματα είναι οι αστρικοί μουσώνες!
ΑΛΛΕΣ ΜΟΥ ΣΕΛΙΔΕΣ
Κυριακή 11 Μαΐου 2008
ΟΛΟΤΑΧΩΣ ΨΗΛΑ!
Σάββατο 10 Μαΐου 2008
καλά ραμμένο το "ποιόν"...
Πέμπτη 8 Μαΐου 2008
του ονείρου ...
Δεν υπάρχει κανείς που να μην υπάρχει και κανείς που να μη το ονειρεύεται...
Η στιγμή σαν αιώρα
σαν αιώνιο ναυάγιο
μες στο κύμα το τώρα...
Δεν μπορεί θα είχα άγιο
αφού δεν είχα πυξίδα
και χτυπά σα σε βράχο
ό,τι βρήκα και είδα
με ότι δε βρήκα για νάχω!
Τετάρτη 7 Μαΐου 2008
Σε ρυμουλκώ στα σκοτεινά....
Σε εσένα πλοηγώ τις σκέψεις.
Νύχτα αργά το φως σβηστό
δεν θέλουν φως αυτές οι επισκέψεις.
Εγώ εδώ κι απέναντι αυτό
καράβι μεταγωγικό
με άδειες καμπίνες
άδειο από λέξεις.
Δεν του μιλώ μόνο κοιτώ
να το ανεβάζουν άδειο τα νερά
με μηχανές σβηστές
και με μια πλώρη
που θα μου έπαιρνε το χτες…
ήσουν στη γέφυρα
κι ήμουν εκεί που θα έριχνες σκοινιά
να πλεύριζες
τις ταξιδιώτισσες τις σκέψεις…
μα είναι τόσο αργά
το ρυμουλκώ εδώ στην αγκαλιά
και όλο εκεί κοιτώ
στη γέφυρα
να ανάψεις φως
να επιστρέψεις।
Τρίτη 6 Μαΐου 2008
ΤΕΛΟΣ ΚΑΛΟ... ΟΛΑ ΚΑΛΑ!
Κάποιοι ίσως νομίσανε
πως ξαφνικά περάσαμε σε άλλη εποχή
από το όρθιο βάδισμα στο βάδισμα του λύκου
εκεί που πέφτουνε πρηνείς
όταν ακούνε ανθρώπους
και στα δυο πόδια ορθώνονται
οι λύκοι σε χορό…
κι ίσως δεν έχουν άδικο
μα μπέρδεψαν τους τόπους
που πισωστρέφει ο άνθρωπος
και γίνεται θεριό…
Μοναχικός ο λύκος
μα το θεριό που ορθώθηκε είναι πιο μοναχό
γιατί δεν βλέπει που πατά
και σκέφτεται όλο μήπως
μήπως με προσπεράσανε
εκείνες οι χαρές;
Ή μήπως και πάλι ξέχασα τις πόρτες ανοιχτές
και ξαναρθεί ο λύκος;
Μοναδικό το πέρασμα που αφήνουν οι στιγμές
μοναχικό το πέρασμα και για τον γκρίζο λύκο.
Ας βλέπουμε όλοι πίσω μας αγέλες και σκιές
καθένας μόνος του περνά στο «αύριο θα λείπω»…
Θέλω να πω στο λύκο που αναζητάει οδό…
δεν πάτησα το δρόμο σου
κι είναι τόσο απλό: είμαστε εμείς ο δρόμος
που ξεκινάει πάντοτε μα πάντοτε από δω
και φτάνει στα μακρύτερα σοκάκια του μυαλού
έτσι βαδίζουμε όρθιοι μόνο πατώντας νου…
(κι εκεί μαθαίνεις τρόπους
για να πατάς και ανθρώπους)
και μια συμβουλή:
αν όντως ψάχνεις πέρασμα λύκου αληθινού
γύρνα στα μονοπάτια σου αυτά του φεγγαριού
εκεί που κάθε πέρασμα τη νύχτα είναι ανοιχτό
εδώ αν μείνεις θα περνάς μόνο με ουρλιαχτό!
(κρατάω την ταμπέλα σου ενθύμιο εγώ
κρατάω και την ανάρτηση μα και κλειδί διπλό)
και τα μάτια σου κατά το γνήσιο πέρασμα
το μοναδικό
το δικό σου!
(τα ευχαριστώ μου για την συμπαράσταση στα σχόλια)
Δευτέρα 5 Μαΐου 2008
"ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ" ( πρώην εθελουσία οδός)!
Μήνυμα αφήνω και ουρλιαχτό
σε αυτόν που γράφει σε τούτη τη σελίδα
να φύγει απ’ το blog αυτό
αφού εγώ πρώτος το είδα...
θυμάμαι πως εχιόνιζε κι ήθελα να κρυφτώ
και έφτιαξα ολομόναχος εθελουσία οδό
να σκέφτομαι ανθρώπινα μα να αναρτώ τους λύκους
μα φαίνεται ίχνη άφηνα στο χιόνι το νωπό
γιατί είδα στο κατόπι μου έναν με κάτι τύπους
που βρήκαν δρόμο ανοιχτό και κρέμασαν ταμπέλα…
«εθελουσία οδό»
μα τέρμα ως εδώ
κι αφήστε τα την μάθαμε αυτή την καραμέλα
που δεν μου αφήσατε μια γη πέρα απ’ τα καμένα…
τελειώσαμε τα μα και μου είναι η φωλιά για μένα
κι αφήστε και τα σχόλια κι αυτές τις ετικέτες
εδώ θα γράφει στο εξής «του λύκου το τσαρδί»
και στην αρχή του δρόμου «το πέρασμα του λύκου»
δε θα μιλάν πια άνθρωποι κι όποιος έχει αντίρρηση
με ουρλιαχτό να μου το πει. Κλείνει το μαγαζί
και ο γιατρός να τσακιστεί έχει αφήσει εγχείριση…
Εδώ δε θέλω ψέματα κι ανθρώπινα τερτίπια
και μη νομίζετε πως θάρρεψα ίσως επειδή τα ήπια
θα πίνω και με πανσέληνο να ακούγεται ουρλιαχτό
κι όταν ακούω βήματα θα τρέχω να κρυφτώ
στους σκοτεινούς απάτητους που έχω αφήσει τόπους
γιατί από σας ο μοναχός που είπε το σωστό
είναι αυτός που δήλωσε πολύ ειλικρινής
«ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής
όταν ακούσεις ανθρώπους»
(Ο Καρυωτάκης ναι αυτός!)
Τέλος! (για εσάς)
Παρασκευή 2 Μαΐου 2008
ΑΦΗ ΝΟΜΑΙ...
Μη με φοβάστε
άλλος και άοπλος θα επιστρέψω.
Μόνος.
Με μια σημαία που ανεμίζει
όταν φείδεται ο χρόνος
θα προελάσω και θα παραδοθώ.
Και ίσως
λέω ίσως, έτσι υποτάξω λεπτοδείκτες
από το ίδιο το «φείδου» προσωπικός απεσταλμένος.
Ωχρός
ίσα να στάζει το μελάνι η πένα
αφού μετάγγισα ψυχή αντί για αίμα
σε κάτι αγγεία ραγισμένα
για να δακρύζει στον πηλό τους ο πηλός μου.
Φεγγάρι έλα
με το ασημί σου ξέπλυνε τα χέρια
πλύνε και κάτω απ’ τα σκοινιά
τους κόμπους λύσε
κι ύστερα κάνε παρακεί
να απλώσει κάπου τα φτερά και η τύψη.
εκεί πισθάγκωνα μονάχος θα αφεθώ
σε ενός κεριού τα ρέοντα μισολιωμένα ύψη
και μη φοβάσαι
είναι αβαθή ετούτα τα νερά
κι ούτε που πνίγηκε ποτέ κανείς
στην παραγγελθείσα επίτηδες ρηχή
ενός τρεμάμενου κεριού την θλίψη।
Πέμπτη 1 Μαΐου 2008
ΚΑΛΛΙΟΝ ΤΟ ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΕΙΝ...
Κυριακή 27 Απριλίου 2008
χωρίς γράμμα πια σου γράφω...
Σου γράφω πάλι. Ακοίμητος. Άυπνος
Άγνωστες λέξεις με κατακλύζουν καθώς όλο το σύμπαν μιλάει μέσα μου για σένα.
Κι ούτε ξέρω που να το στείλω έτσι αλύτρωτο τούτο το γράμμα… Φανέρωσε μου τον τόπο…
Όσες γνωστές λέξεις ήξερα μου τις πήρε το ανεπίδοτο στα προηγούμενα γράμματα. Τι ωφελεί το χαρτί πια;
Τι ωφελεί το ευανάγνωστο στο μη ιδωμένο;
Τι ωφελεί η γραμματική στο αναλφάβητο «δεν μπορώ να σε δω, να σε έχω»;
Μου εξαντλήθηκε ο γνωστός λόγος. Τόσα «που είσαι;» τόσα «πως μπορείς μακριά;» τόσα «φανερώσου»…
Περίεργο δεν είναι; Εδώ είναι τρεις το πρωί κι ούτε που ξέρω εκεί τι ώρα σου λέει ο χρόνος πως είναι για μένα.
Τι σημασία έχει θα μου πεις πότε και πως σου απαντά η απουσία;
Ο χρόνος πάντα μετρά στα συνήθη λεπτά. Τόσα του ύπνου , τόσα του ξύπνου, τόσα του με τα μάτια ορθάνοιχτα, τόσα του απεγνωσμένου…
Στο τελευταίο γράμμα σου είχα πει πως συνήθισα πια να μη κοιμάμαι. Το νεότερο είναι ότι απ’ το φόβο μη περάσεις σε ένα κλείσιμο των ματιών και χαθείς αφαίρεσα τα βλέφαρα μου.
Μα τι να τα κάνει κανείς τα βλέφαρα μες στα πηχτά σκοτάδια; Τι να τα κάνει και τόσα όνειρα κλειστά; Ποιος θάρθει πια να μου τα πάρει; Τώρα δακρύζω θέλω δε θέλω και θολώνουν οι σκέψεις.
Ναι, να ξέρεις πως δε φταίει η θάλασσα των αποστάσεων αν οι λέξεις έχουν κάπως μουλιάσει. Και στεγνά καθαρά ολοστρόγγυλα όσα είχαν γραφτεί δεν υπάρχει κανένας μπροστά τους εκεί να τα διαβάσει…
Ναι τώρα σε άγνωστη γλώσσα σου μιλώ και γράφω.
Θα απορείς πως χώρεσαν τόσες άγνωστες λέξεις στο αδιαχώρητο ξανά και ξανά και ξανά ειπωμένο; Μα τι αξία έχει πια ο άνευ παραλήπτη σωστά αρθρωμένος ανθρώπινος λόγος θα σου απαντούσα εγώ. Και τα όσα ευανάγνωστα σου έχω γράψει όσα θέλαν να σου πουν θα έχουν πια γεράσει.
Θυμάσαι το δάσος που πάντα σου έλεγα να περπατήσουμε όταν θα ‘ρθεις εκεί;
Κάποιοι το έχουνε κάψει. Θες ένα καμένο κλαδί απ’ τα χιλιάδες «που είσαι;» Ένα φύλο που φύλαγα σαν θάλεγες το πρώτο «γεια σου, ήρθα»… Είναι κίτρινο γιατί οι ελπίδες φύλο το φύλο έτσι γερνάνε, κιτρινίζοντας. Παίρνουν το χρώμα πάντα χρυσών νομισμάτων κάτω από τα δέντρα ίσως για ξεπληρώσουν έτσι τα πανάκριβα παλιά θροϊσματα τους…
Μα και το πρόσωπο σου εντός μου είναι πια πιο ωχρό. Έχουν ασπρίσει και τα μαλλιά σου… τώρα πια δεν ξέρω αν θροϊζουν αυτά η στάχτη όταν το φύλλο ονειρεύεται λευκά και γκρίζα όνειρα στα εντός κλαδιά και εσύ στρέφεις το κεφάλι προς το καμένο δάσος…
Το όνομα σου σε όλα τα γράμματα μου έχει σβηστεί…Γι αυτό γράφω ονόματα που δεν έχουν ποτέ ακουστεί για να μη ξέρει πως σε λένε ο χρόνος. Κάποτε σε λέω ανέγγιχτη ρίζα , άλλοτε λευκό μου έλα και άλλοτε το πιο μαύρο κομμάτι στο καμένο δάσος…
Ο ταχυδρόμος λέω θα έχει πολύ οργιστεί μαζί μου και ίσως τα γράμματα να τάχει πετάξει।
Μα το πρόσωπο σου πάντα εκεί. Αλλαγμένο απ’ τα χρόνια και χλωμό απ’ τη στιγμή που βαθιά μου το είχα χαράξει.
Πότε κλαις εκεί μακριά και πότε νομίζω πως λες «κι αυτό θα περάσει».
Τότε κι εγώ κάθομαι εκεί μπροστά στο κίτρινο φύλλο και μιμούμενος εσένα του λέω σε μια άγνωστη γλώσσα «γεια σου ή ρ θ α»… Μα και το κίτρινο του έχει τόπους τόπους γεράσει. Δεν με ακούει καλά τελευταία.
Και πια δεν τρέμω για σένα μα για το άρρωστο κίτρινο φύλλο.
Μη φυσήξει απ’ το «γεια» δυνατά και χαθεί σαν και σένα στο καμένο δάσος.
Ή μη πνιγεί απ’ τα φιλιά και μου πεθάνει στα χείλια…
Παρασκευή 25 Απριλίου 2008
ΕΘΕΛΟΥΣΙΑ ΔΙΕΞΟΔΟΣ
Κυριακή 20 Απριλίου 2008
πάλιωσε ο κόσμος, έγειρε..
Πάλιωσε ο κόσμος, έγειρε
και η ζωή χωλένει….
Σβουνιά να είναι στα σύννεφα
ή ήλιος που πεθαίνει;
Και σε ό,τι χρόνια έγνεφα
γιατί σταυρό ανεβαίνει;
Ποιόν έδεσα; Ποιόν κάρφωσα;
που βρήκα τα καρφιά
κι έτσι με μιας ανάλωσα
της γης την ομορφιά;
Κρυώνω. Από πού φύσηξε;
Ποιος μου ‘σκισε τα ρούχα;
Με θάνατο ποιος τύλιξε
ό,τι για απέθαντο είχα;
Κι εκείνο μου το ομοίωμα
που κουβαλάει σταυρό
που πάει το ικρίωμα
της γης στον ουρανό;
Έγειρε η μέρα τέλειωσε
απ’ το μεγάλο ψέμα
πως ό,τι το χάραμα έσβησε
θα αναστηθεί τo γέρμα…
Είπαν με άφεση θα ξεπλυθεί
η σβουνιά με το στανιό
πως ο πιλάτος θα χαθεί
και θάρθει πνεύμα νιο!
Ψεύτικε κόσμε πάλιωσες
άσε τα παραμύθια
και τα κεριά που έλιωσες
ήταν από συνήθεια!
Πέμπτη 17 Απριλίου 2008
Και ας μην έφυγα ποτέ!
Μέρες είχα καθίσει σε εκείνο το μεγάλο ψαθωτό σου «περίμενε θα ‘ρθω»
για να έχει κάτι να περνάει την ώρα του ο χρόνος.
Πιάστηκα. Όχι στη μέση. Παντού!
Θες απ’ το πολύ χθες; Θες απ’ το χωλό το «θάρθω;» Δεν ξέρω.
Τα επόμενα χρόνια άλλαξα θέση. Πάντα βολεύει καλύτερα
το μονοθέσιο σκαμπό του «μπορεί και να αργήσω».
Έχει βλέπεις γύρω γύρω θέα και τέσσερα επί τέσσερα πόδια.
Εκεί ομολογώ κάπως ξεπιάστηκα. Σα νάχα και οδηγό δικό μου
μόνο που του άλλαζα τις βάρδιες κάθε ώρα γιατί η αναμονή θέλει ξεκούραστο οδηγό
ειδικά όταν ανεβαίνεις του ρολογιού εκείνες τις απότομες τις δεξιές των ανυπόμονων
δευτερολέπτων τις στροφές στον τοίχο.
Έτσι φτάνεις στην κορφή της μέρας, της βδομάδας.
Ο μήνας μετά δεν έχει κορφές. Ένα οροπέδιο είναι που του λείπει το μισό βουνό.
Εκεί πας ακόμα πιο αργά. Έτσι κι αλλιώς δεν έχει άλλη κορφή να περιμένει.
Κι ούτε σε κυνηγάει κανείς. Και το βουνό σου έχει αίφνης τελειώσει.
Μετά -τα ξέρεις – αρχίζει η πλαγιά του «μάλλον δε θαρθεί».
Όχι, όχι προς τα κάτω. Προς τα μέσα. Μια κατηφόρα από γύρω – γύρω, από παντού.
Και όσο καλό οδηγό κι αν έχεις το «δεν θαρθεί» σε πάει μόνο του.
Δε λέω τον διασκέδασα κι εγώ τον χρόνο. Μέχρι τέλους!
Ειδικά στις ατέλειωτες στροφές του κατεβαίνοντας!
Γι αυτό λέω δεν θάμαι εδώ όταν θάρθεις!
Και ας μην έφυγα ποτέ από εκείνο το «περίμενε θα ‘ρθω» ούτε στην ανηφόρα
ούτε και τότε που απ’ το ασυγκράτητο στην κατηφόρα «δεν»
του σπάσαν μέσα μου αναπάντεχα τα φρένα!
Κι αν τύχει νάρθεις κάτσε στο ίδιο το σκαμπό
απ’ τη μεριά με τη μεγάλη κατηφόρα
κι όταν στην τελευταία της στροφή ακούσεις κάτι σαν κραυγή
πέτα από το τριαντάφυλλο κάνα δυο πέταλα
στου εξαίσιου ίλιγγου την ηδονή
σαν σε δικό σου αντεραστή
γενναία δώρα!
Σάββατο 12 Απριλίου 2008
αυτό μπορούσα!

Θυμάμαι που μου λέγανε
όταν ζωή ζητούσα
«έδωσα ό,τι μπορούσα»
κι εκείνους που δε μένανε
όταν παρακαλούσα
που λέγαν σα με βλέπανε
"κάποτε θα περνούσα…»
Θυμάμαι κι άλλους που είχαν πει
καθώς αιμορραγούσα
«πήρες την κατιούσα…»
Δεν ήξερα τι πάει να πει
«έδωσα ό,τι μπορούσα»
Και πότε είναι το «κάποτε…
κάποτε θα περνούσα…»
κι ούτε γιατί μου λέγανε
«πήρες την κατιούσα…»
Μα ούτε κανείς τους πίστευε
πως σαν αιμορραγούσα
μες στο δικό τους «κάποτε»
δικό μου κατακόκκινο ένα «αυτό μπορούσα»
έσταζε και ξεχρέωνε
όσα εγώ ζητούσα!
Πέμπτη 10 Απριλίου 2008
Φώναζαν «κρύψου» στις γωνιές
κι ένα «σε είδα, βγες»
με πρόδωσε και βγήκα
μα ούτε αυτόν που φύλαγε
ούτε ποιος τόπε βρήκα!
Εκεί που αντηχούσαμε
το «φτου ξελευτερία»
σκουπίζει ό,τι φτύσαμε
στη γη της, η ουτοπία
κι ότι άφτυστο αφήσαμε
το κρύβει με αγωνία!
Κι εκεί που περπατούσαμε
τώρα βαδίζει η λήθη…
Τα τσέρκια που κυλούσαμε
Κυλούν στο παραμύθι
κι οι δράκοι που μισούσαμε
Κρύφτηκαν μες στα πλήθη…
Τετάρτη 9 Απριλίου 2008
η πύλη του ονείρου
πόρτες που βγάζουν η μία στην άλλη…
Η χαρά που μεθάει κι αργεί
κι όλο χάνει την πόρτα απ’ τη ζάλη…
Και του ονείρου η γλυκιά φυλακή
με μια πύλη ανοιχτή και μεγάλη
δεν αρνιέται ποτέ να μας βγάλει
στη φριχτή γειτονιά μας εκεί
που η πίκρα, ο πόνος κι η οργή
έχουν σπίτια, χωράφια και γη
αλλά πόρτα στενή – σκοτεινή
μα η χαρά που μεθάει κι αργεί
κι όλο ψάχνει λάθος κλειδί
θέλει πύλη ονείρου μεγάλη।
Τρίτη 8 Απριλίου 2008
...μια πεταλούδα.. μια θάλασσα..μια θύελλα και μια ανθισμένη φύση...όποιος σε δει κατάματα μπορεί να συναντήσει...
να πάει απ’ το άλλο το στενό που στέρεψε η ζήση
που μήνυσε η γριά η μαμή πως δεν θα ξεγεννήσει…
Να πείτε στο απρόβλεπτο δε θέλω να το δω
έχω τη διαβεβαίωση πως θάχουμε αιθρία
δεν θέλω πάλι ψεύτικη δήθεν πανωλεθρία
σαν τις προάλλες που έριξε ψεύτικο κεραυνό
κι ενώ η ΕΜΥ έλεγε «η άνοιξη είναι εν πλω»
άστραφτε και μου τρόμαξε άδικα τόσα πλοία…
να πείτε στο απρόβλεπτο ότι δε θα ‘μαι εδώ
δεν πέφτω στου «αιφνιδιασμού» την δήθεν την παγίδα
να μπουμπουνίζει ψέματα σε άνοιξης αλήθεια…
εκτός κι αν έχει γνήσια αίφνης μια καταιγίδα
γιατί οι «φο» οι κεραυνοί μου γίνανε συνήθεια!
Δευτέρα 7 Απριλίου 2008
Σάββατο 5 Απριλίου 2008
η προφητεία...
με μια τσιγγάνα καθώς μου έλεγε τη μοίρα
και πάνω που έμελλε μεγάλη πόρτα να διαβώ,
του ανεμοστρόβιλου με άρπαξε η σπείρα…
«αγάπη μαύρη σε παλεύει από καιρό
με μάγια που έδεσε στην κούνια σου μια λάμια…»
άκουγα τα λόγια της μέσα στο χαλασμό
σαν μου μπηγόντουσαν ξερά κλαδιά, καλάμια
μέσα στα χέρια της κομμένα απ’ τον καρπό
τα δυο μου χέρια με την τύχη μου κομμάτια
και στης ζωής μου τη βαθειά την ατραπό
χαμένα ίχνη, γκρεμισμένα μονοπάτια.
Εκεί σε είδα, αστραπή κι αερικό
σαν με χτυπούσε καταιγίδα μες τα μάτια
έστηνες γύρω μου χορό εξωτικό
κι έτρεχαν πίσω σου συντρίμμια μου σαν άτια.
Πλάι μου σφύριζαν δυο κοφτερά καλάμια
«αγάπη μαύρη σε παλεύει από καιρό
με μάγια που έδεσε στην κούνια σου μια λάμια…»
και κάποια πόρτα που την πέταξε ως εδώ
του ανεμοστρόβιλου η οργή κι η αγριάδα
έχασκε μπρος και πίσω ουρανό
και από κάτω της η λάμια μου μαινάδα…
ένα φουστάνι γύφτικο πετούσε μοναχό
και ένα κόκκινο μαντήλι κυνηγούσε
μα η τσιγγάνα και γυμνή μες στο χαμό
τα δυο κομμένα χέρια μου κοιτούσε
« αγάπη μαύρη σε παλεύει από καιρό
και μια μεγάλη πόρτα θα περάσεις
χίλια κομμάτια θα κοπείς απ’ τον καημό
του ανεμοστρόβιλου την πείνα να χορτάσεις!»
Άλλη φορά τσιγγάνες δε ρωτώ
ξέρω πως κόβουν τα καλάμια
ξέρω που κρύβεται το ξωτικό
και που το πάει η σκύλα η λάμια।
βίντεο ποίηση...σε κάθε τέλος...
Σε κάθε τέλος έλεγα αρχή
αυτό το τέλος θα στάξει
μ’ αυτό που καρτερούσα ναρθεί
κάτι το έχει τρομάξει
λες και το κάλεσμα νάχει χαθεί
κάπου ανάμεσα σώμα – ψυχή
κι ότι πάει τη ζωή να αλλάξει
ραγισματιά που γκρεμίζει όπου στάξει...
Έλεγα τέλος κι έβαζα αρχή μα κάθε αρχή μου έχει ρημάξει
σταλαγματιά τόσο ρηχή
σ' άδειο κουκούλι δίχως μετάξι
ο ερχομός μια σκιά που έχει χαθεί
κάπου ανάμεσα σώμα – ψυχή
και δεν αφήνει τη ζωή μου να αλλάξει
τι νάχε η αρχή από κάθε τέλος φυλάξει;
αγάπη; μίσος; οργή;
και πόσο ακόμα αργεί
μια καινούριας ημέρας η αρχή να χαράξει;
Παρασκευή 4 Απριλίου 2008
σαν ζωή που σαλεύει αργά στη ζωή που δεν έχει
σαν το φύλλο που έχει φύγει απ’ το κλαδί που το τρέφει
σαν μια πέτρα που κοιτάει ψηλά και τη γη δεν αντέχει
σαν σπασμένο απ’ τους ήχους του ντέφι…
Δεν μπορώ να ονειρεύομαι πια
σαν μια λήθη που ξυπνά ξαφνικά και κοιτά πουθενά
σαν το δώρο που τρέμει μες στο χέρι του κλέφτη
σαν το γέλιο που κόπασε πια και σε κλάμα γερνά
σαν πληγή βουτηγμένη σε νέφτι…
Δεν μπορώ να ονειρεύομαι πια
σαν την άλλη φορά, την καμία φορά που μου πέφτει
σαν χαμένο κι αβέβαιο ξέφτι….
Θα ονειρεύομαι πια
τη ζωή αγκαλιά με άλλο φύλλο, άλλο ντέφι
με ένα γέλιο ξανά
θα ονειρεύομαι πια
πως η πέτρα τη μια φορά ανεβαίνει ψηλά
και την άλλη με φόρα στη λήθη πως πέφτει
και καρφώνει ξανά στα αβέβαια μέσα το ξέφτι
πως βουτάει κι άλλη μια μες στο νέφτι
και από κει στην πληγή σαν δώρο δικό μου κυλά
στη ματωμένη παλάμη του κλέφτη!
Πέμπτη 3 Απριλίου 2008
Ενα βράδι ήρθε στο όνειρο μου
ολόασπρη η πεθαμένη, πορτοκαλί μικρή μου πεταλούδα
"γειά, καλώς ήρθες" μου είπε και κάθησε στον ώμο μου
"μα εγώ δεν πέθανα ακόμα " της απάντησα
"που το ξέρεις;"
"δε βλέπεις που ακόμα ονειρεύομαι;"
"τότε καλώς ήρθα" φτεροκόπησε χαρούμενη
και παίρνοντας τα πρώτα φωτεινά της χρώματα
πέταξε σε όλη τη ζωή μου πίσω
ώσπου ξαναβγήκε από το ίδιο παράθυρο που είχε μπεί
- σε κείνο το παιδικό μου πρωινό.
Από τότε δεν την ξανάδα πουθενά
όμως ξέρω καλά
πως πάντα υπάρχει μιά αόρατη πορτοκαλί γραμμή
που ξεκινάει από κάτι αγαπημένο που έχει από καιρό τελειώσει
- μα επιστρέφει γιά ένα "γειά"
και καταλήγει σε κείνο το μικρό ανάχωμα του κήπου
που αναπάντεχα μισά όσα αγαπήσαμε τα θάψαμε.
Τετάρτη 2 Απριλίου 2008
Τρίτη 1 Απριλίου 2008
βίντεο - ποίηση, στίχοι Γ.Ποταμίτη μουσική Νότη Μαυρουδή τραγουδάει η Μόρφω Τσαϊρέλη
ψάξε...
Ψάξε…
για έναν τόπο που καίει φωτιά
Θυσία σε ένα θεό
που έχει χαθεί από καιρό
μα είναι τόσο κοντά
όσο στο στόμα που διψά το νερό
έλα...
σ΄ αυτόν τον τόπο που έχει καιρό
να δει ανθρώπου θωριά
κι ανάβουν νύχτα κεριά
να φέξουν σ’ έναν ναό
που τον γκρεμίζουν την αυγή θεριά
έλα...
σ΄ αυτόν τον τόπο που έχει για γη
όσα φωτίζει η αυγή
που έχει για τέλος κι αρχή
τη δική σου τη ζωή
κι ότι του λείπει το κρατάς εσύ
Ψάξε
Εθελουσία δική σου οδό
το όνειρο είναι εδώ
μα έχει χαθεί από καιρό
ένα μικρό φυλαχτό
που το φοράν οι χαρές στο λαιμό.
έλα...
κι ασ’ την ψυχή στην ψυχή να πετά
και με τα δυο της φτερά
πετά και βλέπει στη ζωή τι αξίζει η χαρά
και των αγγέλων τις ψυχές ξεδιψά.
νιώσε...
πόσα η καρδιά μοναχή δεν μπορεί
κι όσα μια μόνη ψυχή
αδυνατεί για να βρει
νοιώσε όσα φέρνει η βροχή
σε ένα δάσος που διψούν οι ανθοί
βίντεο - ποίηση Γ. Ποταμίτη Μουσική Ν. Μαυρουδή
το σώμα του καλοκαιριού...
Πάντα ήμουν μιας ηλικίας που όταν γύριζα να την αγγίξω
αυτή είχε φύγει
όπως τα Καλοκαίρια που μου άφηναν κάθε φορά
ένα σώμα πλαγιασμένο στην άμμο
σαν να ήταν κάποια άλλη εποχή να το αναστήσω…
μα όταν ανέβαιναν τα κύματα και το έπαιρναν
δεν ήξερα πως να το φωνάξω πίσω…
και ίσως να μην είχε νόημα το όνομα του
αφού κάθε επόμενο καλοκαίρι
επέστρεφε με ξένα σώματα
σώματα ναυαγών από άγνωστους τόπους…
και ίσως από παιδιά πρέπει να συνηθίζουμε τους αποχωρισμούς
αφού παντού είναι σκορπισμένοι οι κόκκοι του αναπόφευκτου
σαν απέραντη άμμος
που πότε τους ενώνουμε σε κάτι δικό μας στην ακτή
και πότε τους κάνει δικούς του το πέλαγο
για να μας μένει ακέραια η μνήμη εκείνης της αφής
από κάτι σκορπισμένο στη ζωή
που περιμένει κάποιον να το μαζέψει
και να το αφήσει
στις ακτές ενός πέλαγου που πάλι θα το κλέψει
αφού τα χέρια μέσα στα κύματα που το παίρνουν
είναι άπειρες φορές μεγαλύτερα
από δυο χούφτες ξεχειλισμένες δάκρυα
ενός μονάχα ανθρώπου…
Δευτέρα 31 Μαρτίου 2008
Σε φώναξα μα δεν ήρθες.
Σου έκλαψα μα δεν ήρθες.
Πώς να σε αφήσω τώρα απ’ την ηχώ να φύγεις;
Είναι κλειστά τα ανοίγματα.
Μια χαραμάδα κάλεσμα αρκούσε.
Να σε παγιδέψω!
Να σε ακούω πάλι και πάλι εντόσθιο σφυγμό
κι απ’ το σφυγμό να πιάνω ίχνη…
και μαγνητίζοντας σου τη σκουριά στα ίχνη
να πιάνω ήχους σου παλιούς
όλο το Είναι Σου Γυμνό και Αλαλάζον…
βίντεο - ποίηση Γ.Ποταμίτη μουσική Ν. Μαυρουδή
το πέρασμα
Κρεμάω στου χρόνου τα ικριώματα
τα πεινασμένα
φωτογραφίες και ομοιώματα
για να μη τρώνε εμένα…
Στάζω στα περασμένα ίχνη ηδύποτες παλιές στιγμές
μεθάνε οι σβησμένοι λύχνοι παραπατάνε κι οι σκιές…
Σε ξαναφέρνουν πίσω να δουν αν σε γνωρίσω…
Στην κάμαρα αχνό το φως κι εγώ περαστικός
απ’ όσα πρόλαβα να ζήσω σε δείχνω στις σκιές και λέω:
αυτή μπορούσα να αγαπήσω…
και ίσως δείχνοντας σε κλαίω και στρέφεις άλλη μια φορά σε μένα
χέρια αδειανά, μάτια θλιμμένα
και λέω δεύτερη φορά σε ότι σε φέρνει πίσω
αυτή μπορούσα να αγαπήσω…
Κι όπως περνούνε οι σκιές σαλεύουνε τις πόρτες
και φαίνονται στο άνοιγμα αιώνιοι προδότες
το λίγο ακόμα, το ποτέ μόνο δεν θα σε αφήσω
κι όσα σε αγγίζουν μια φορά και δε γυρίζουν πίσω
σαλεύει και το σάλι σου στου χρόνου τη ρωγμή
να το κρατώ και νάρχεσαι κάθε τέτοια στιγμή
που χάνομαι, που πνίγομαι, που λέω δεν μπορεί
αφού έμεινε το πέρασμα και πάλι θα φανεί…
έτσι γυρνάς και έρχεσαι, έτσι σε φέρνω πίσω
και απαντάω στις σκιές που λένε ονειρεύεσαι
μόνο αυτή που έρχεται μπορούσα να αγαπήσω….
Κι όπως περνάς το πέρασμα
πως περπατάς μου φαίνεται σε κάποια άλλη γη
που είναι οι σκιές το κέρασμα
για όσα περιμέναμε ολόκληρη ζωή
γη που όσοι πατήσαν χάθηκαν μα μείνανε εκεί
τα βήματα, το πέρασμα σαν δρόμοι μυστικοί
για να γυρίζουν κάποτε όσα θαρρείς χαμένα.
Έτσι γλιστράς απ’ τις σκιές και έρχεσαι σε μένα
κι όπως σου αγγίζουν τα μαλλιά
σκιών φεγγάρια ξένα ακούω της νύχτας τα πουλιά
να φεύγουν διψασμένα σαν λέω τέταρτη φορά
αυτή μπορούσα να αγαπήσω που σαν πηγή του επέκεινα
ανάβλυζε χαρά μα που ποτέ δεν έπινα
μήπως και δε γυρίσω.
Σάββατο 29 Μαρτίου 2008
Παρασκευή 28 Μαρτίου 2008
Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008
Κυριακή 23 Μαρτίου 2008
όλη την απόσταση που μας χωρίζει
θα φτάσω στα χέρια σου την άκρη του κόσμου
κι από κει θα κατρακυλήσω
στον άδειο ουρανό
σκορπώντας στα άστρα πτερόεντα ίχνη
από ότι ήταν τώρα σώμα, ψυχή και σκέψη
και όλο το ακατανόητο
που τα σμίγει και τα χωρίζει
θα είναι τα απολωλότα μου δάκρυα
που απαρηγόρητα θα ξαναπέφτουν
σε ότι μια ζωή δεν κατάφεραν να αγγίξουν.





